Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

Πειρασμοί, θλίψη, πόνος, υπομονή (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)


theologia
Με την ταπείνωση περιορίζουμε τους πειρασμούς των θλίψεων.
1 Ας θυμηθούμε τους ενόχους που παραδίδονται στα χέρια των δικαστών, για να τιμωρηθούν για τα κακά τους έργα. Αυτοί, όταν αρχίσουν να τους βασανίζουν, άμα ταπεινώσουν τον εαυτό τους και, χωρίς καθυστέρηση, ομολογήσουν την αδικία τους, τιμωρούνται λιγότερο και με λίγους πόνους γλιτώνουν. Εάν όμως είναι άκαμπτοι και δεν ομολογούν, τα βασανιστήριά τους πληθαίνουν και στο τέλος, ύστερα από πολλά βάσανα που τραβούν και αφού τα πλευρά τους καταπληγωθούν, αναγκάζονται και, χωρίς να το θέλουν, ομολογούν, αλλά δεν ωφελούνται καθόλου, γιατί τράβηξαν όλο τον πόνο. Έτσι λοιπόν συμβαίνει και με μας. Διότι και εμείς για τα ανόητα αμαρτήματά μας παραδινόμαστε, για να ελεηθούμε, στα χέρια του δίκαιου κριτή όλων των ανθρώπων και δεχόμαστε τα χτυπήματα των θλίψεων, μέχρι να ομολογήσουμε, οπότε μαλακώνει η τιμωρία. Εάν λοιπόν, την ώρα που έρχεται κατεπάνω μας το ραβδί του δικαστή, ταπεινωθούμε και θυμηθούμε τα αδικήματά μας και ομολογήσουμε ενώπιον του δικαστή, με λίγους πειρασμούς και θλίψεις γρήγορα γλιτώνουμε˙ όμως πάνω στο μαστίγωμα, μπορεί να μας πιάσει το πείσμα, οπότε δεν ομολογούμε ότι εμείς φταίμε και ότι αξίζουμε να πάθουμε ακόμη περισσότερα, αλλά ρίχνουμε το φταίξιμο για τα δικά μας αμαρτήματα στους ανθρώπους, ή ακόμη και στους δαίμονες και, καμιά φορά, και στη δικαιοσύνη του Θεού και, έτσι, βγάζουμε αθώο τον εαυτό μας για τις ανομίες μας.
Και πεισματώνουμε και δε μετανοούμε, ενώ γνωρίζουμε ότι ο Θεός ξέρει καλύτερα ποιο είναι το συμφέρον μας, και ότι η δικαιοσύνη του απλώνεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ότι χωρίς να δώσει εντολή ο Θεός δεν τιμωρείται κανένας άνθρωπος. Εάν λοιπόν αντιμετωπίζουμε με τέτοιο πείσμα τις θλίψεις μας, ό,τι έρχεται στο κεφάλι μας μας φέρνει ασταμάτητη λύπη, και οι θλίψεις μας γίνονται οδυνηρές, και διαδέχονται η μια την άλλη, μέχρι να αποκτήσουμε αληθινή αυτογνωσία και να ταπεινωθούμε και να καταλάβουμε καλά ότι ανομήσαμε. Έτσι όμως, αν εμείς επιμένουμε και αναγκασθούμε στο τέλος να ομολογήσουμε, η ομολογία μας αυτή δε μας ωφελεί ως προς τους πόνους, αφού ήδη έχουμε υποφέρει όλες τις θλίψεις και τους πειρασμούς και έχουμε στερηθεί την παρηγοριά που φέρνει η μετάνοια. (279-80).
Οι ακούσιες θλίψεις οικονομούνται από τη φιλανθρωπία του Θεού.
2 Εάν κάποιος με τη θέλησή του στερηθεί τα αγαθά του κόσμου, όσο τα στερείται, τόσο το έλεος του Θεού τον ακολουθεί, και τον βαστάζει και τον συντηρεί η φιλανθρωπία του Θεού.
Όσοι όμως έχουν αδύνατη θέληση και, γι’ αυτό, δεν μπορούν ν’ αποκτήσουν την αιώνια ζωή, καθοδηγεί ο Θεός τις ψυχές τους με ακούσιες θλίψεις στην αρετή. Γιατί και εκείνος ο φτωχός Λάζαρος δε στερούνταν με τη θέλησή του τα αγαθά τούτου του κόσμου, αλλά και το σώμα του είχε πληγές, και έτσι δύο πικρά παθήματα είχε (τη στέρηση των αγαθών και τις πληγές), που το ένα ήταν χειρότερο από το άλλο. Όμως στο τέλος τιμήθηκε στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός είναι πολύ κοντά στη λυπημένη καρδιά του ανθρώπου, που με θλίψη φωνάζει προς αυτόν. Και μπορεί να στερήσει τον άνθρωπο στα σωματικά αγαθά, ή με άλλο τρόπο να τον στενοχωρήσει. Όλα αυτά όμως τα κάνει, μέχρι να μάθουμε την υπομονή˙ σαν το γιατρό που χειρουργεί ένα βαριά ασθενή, για να τον κάνει υγιή. Ωστόσο, στην ψυχή του θλιβομένου ο Κύριος δείχνει μεγάλη φιλανθρωπία, ανάλογη με τη σκληρότητα των πόνων που τη στενοχωρούν. (105-6).

(Από το βιβλίο: “Ανθολόγιο από την ασκητική εμπειρία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου”. Ερμηνευτική απόδοση – επιμέλεια, Κωνσταντίνου Χρ. Καρακόλη, Δρος Θεολογίας, Φιλολόγου)

(Πηγή ψηφιακού κειμένου: orp.gr, Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη)

Γιατί δεν απαντά ο Θεός στις προσευχές μας; (Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης Αγίου Ανδρέα)


theologia
Ἡ προσευχή μένει ἀναπάντητη, ὅταν τό περιεχόμενό της ἔλθη σέ ἀντίθεσι μέ ἐκεῖνο πού παρέδωσε ὁ Κύριος. “Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφήση τά θελήματά του, τότε συμφιλιώνεται μαζί του ὁ Θεός καί δέχεται τήν προσευχή του”. Καί ἄν ἀπαντήση κανείς ὅτι μερικοί, μολονότι ζήτησαν ἀπό τόν Θεό ἀγαθά πράγματα, δηλαδή κτῆσι ἀρετῶν καί θεῖο φωτισμό, δέν ἔλαβαν τίποτε ἀπό ἐκεῖνα, πού ζήτησαν, τότε ἀπαντοῦμε “ὅτι οὐ αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἀγαθά ἠξίωσαν λαβεῖν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπαινεῖσθαι δι’ αὐτά”, δηλαδή δέν ζήτησαν αὐτά καθ’ ἑαυτά τά ἀγαθά, ἀλλά ἡ αἴτησί τους ἦταν γεμάτη ἀπό ὑπερηφάνεια. Ἤθελαν νά ὑπερηφανεύωνται μέ τά ἀγαθά, τά ὁποῖα θά ἐδέχοντο ἀπό τόν Θεό”. Μέ ἄλλα λόγια, καί ἄν ἀκόμη τό περιεχόμενο τῆς προσευχῆς εἶναι ἀγαθό, ἡ πρόθεσις ὅμως τοῦ προσευχομένου εἶναι πονηρή, τότε ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ στόν προσευχόμενο εἶναι ἀρνητική, ὁ Θεός ἀπαντᾶ μέ τό ὄχι. Ὅταν ζητήσουμε κάτι καί δέν λάβουμε, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, νά σκεφθοῦμε τά ἑξῆς: α) “Ἤ χρειαζόταν μεγαλύτερη ἐπιμονή καί καρτερία στήν προσευχή” β) ἤ ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο νά διορθωθῆ ὁ χαρακτήρας τοῦ προσευχομένου καί νά δείξη μεγαλύτερη φροντίδα γιά τήν προσευχή· ἤ γ) τό αἴτημα τῆς προσευχῆς δέν ἱκανοποιήθηκε λόγω ἀναξιότητος ἐκείνου πού προσευχόταν. Ὅταν τώρα σέ μᾶς δέν ὑπάρχη μόνον ἕνας λόγος ἀπό τούς τρεῖς, ἀλλά περισσότεροι, τότε φυσικό εἶναι νά μήν δεχώμαστε κάποια ἀπάντησι ἀπό τόν Θεό ἤ ἡ ἀπάντησι νά εἶναι ἀρνητική. Τότε αἰσθάνεται… κανείς καί τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ πιό ἔντονα. Βέβαια αὐτή ἡ αἴσθησις τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ κατά τήν προσευχή μας, εἶναι ἐσφαλμένη ἤ καί ἄδικη.
Ἄν βλέπαμε τή σχέσι μας πού δημιουργεῖται μέ τόν Θεό κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς μέ τό πρῖσμα τῆς ἀμοιβαιότητος, τότε ὁ Θεός θά μποροῦσε νά παραπονεθῆ γιά μᾶς πολύ περισσότερο ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς γιά Ἐκεῖνον. Παραπονούμαστε, γιατί δέν μᾶς φανερώνεται στά λίγα λεπτά πού τοῦ ἀφιερώνουμε. Ἀλλά τί μποροῦμε νά ποῦμε γιά τίς εἰκοσιτρεῖς καί μισύ ὧρες, πού ὁ Θεός μπορεῖ νά κτυπᾶ τήν πόρτα μας καί μεῖς ἀπαντᾶμε, “συγγνώμη, εἶμαι ἀπασχολημένος;” ἤ ὅταν δέν ἀπαντοῦμε καθόλου, γιατί δέν ἔχουμε ἀκούσει τό κτύπημα στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας, τοῦ νοῦ μας ἤ τῆς συνειδήσεώς μας, τῆς ζωῆς μας; Ἔτσι φθάνουμε σέ μία κατάστασι, στήν ὁποία δέν ἔχουμε δικαίωμα νά παραπονούμαστε γιά τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, γιατί ἐμεῖς εἴμαστε πολύ περισσότερο ἀπόντες ἀπό ὅσο ἐκεῖνος ὑπῆρξε ποτέ.
Ἀξιομνημόνευτες εἶναι οἱ ἀπαντήσεις πού δίνει ὁ ἱερός Χρυσσόστομος στό θέμα μας. Ὁ Θεός ἀπαντᾶ ἀρνητικά: α) Ὅταν τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς εἶναι ἀσύμφορα. Ἐδῶ εἶναι προτιμότερο νά μήν εἰσακουσθῆ ἡ προσευχή ἀπό τό νά εἰσακουσθῆ. Νά μή χαιρώμαστε μόνον ὅταν ἀκουώμαστε, ἄλλα καί ὅταν δέν ἀκουώμαστε. Ἡ ἀρνητική ἀπάντησι στήν προσευχή μπορεῖ νά συμβῆ ἀκόμη καί σέ ἁγίους, ὅπως συνέβη στόν Μωυσῆ καί τόν Παῦλο. “Δέν ἐπέτρεψε ὁ Θεός στό Μωυσῆ νά εἰσέλθη στήν γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καί ὁ Παῦλος παρακαλῶντας γιά τήν ὑγεία του δέν εἰσακούσθηκε, ἐπειδή ζήτησε ἀσύμφορα πράγματα.
β) Ἡ προσευχή παραμένει ἀναπάντητη “ὅταν ραθύμως αἰτοῦμεν”, διότι ὁ Θεός σοφίζεται γιά μᾶς πότε μᾶς συμφέρει ἡ χορήγησις τῶν αἰτημάτων μας. Ἄν οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν νά δίνουν ὠφέλιμα πράγματα στά παιδιά τους, πολύ περισσότερο ὁ θΘεός γνωρίζει τό “πότε νά δώση καί τί νά δώση. Διότι ὅλα τά κάνει γιά τό συμφέρον μας”.
γ) Ἄλλη αἰτία τῆς μή ἐκπληρώσεως τῶν αἰτημάτων τῆς προσευχῆς μας εἶναι ὅταν “τοῖς ἁμαρτήμασιν ἐπιμένοντες καυχώμεθα”. Ὅταν δηλαδή εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ὄχι ἁπλῶς ἐπιμένουμε στήν ἁμαρτία, ἀλλά καί καυχώμαστε γι’ αὐτήν. Τότε ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀρνητική, δέν λαμβάνουμε καμμία ἀπάντησι στίς προσευχές μας. Κλασσικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ προφήτου Ἱερεμίου μέ τούς Ἰουδαίους. Παρακαλοῦσε ὁ προφήτης τόν Θεό νά λυπηθῆ τόν λαό αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀπαντᾶ: “Μήν προσεύχεσαι γι’ αὐτούς, διότι δέν πρόκειται νά σέ ἀκούσω. Δέν βλέπεις τί κάνουν αὐτοί; Καῖνε τά λίπη καί κάνουν διάφορα κατασκευάσματα πρός τιμήν τῶν ἀστέρων καί τῆς στρατιᾶς τοῦ οὐρανοῦ”. Μήν προσεύχεσαι δηλαδή γι’ αὐτούς πού δέν σταματᾶν τήν ἀδικία, πού ζοῦν μέ τόση ἀσέβεια, πού καταφεύγουν στή μαγεία.
Διότι καί σήμερα ὑπάρχει τό φαινόμενο αὐτό· τρέχουν μερικοί στούς ἁγίους, ἀλλά δέν ἐγκαταλείπουν καί τά μέντιουμ ἤ τίς χαρτορίχτρες καί τούς ἀστρολόγους. Αὐτό δείχνει, ὅτι δέν μποροῦν νά καταλάβουν τή νόσο ἀπό τήν ὁποία πάσχουν, ἀλλά ζοῦν μέ ἀναισθησία. “Δέν βλέπεις τήν ὑπερβολική τους παραφροσύνη”; Συμπληρώνει χαρακτηριστικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Γιά ἕνα πρᾶγμα μόνο πρέπει νά φροντίζη κάποιος στίς περιπτώσεις αὐτές. Νά κάνη τούς ἀνθρώπους πού πάσχουν ἀπό τή νόσο αὐτή, νά ξεπεράσουν τήν ἀσθένειά τους, νά αἰσθανθοῦν τή νόσο τους, νά τούς ἐπαναφέρη στήν ὑγεία καί τότε ὁπωσδήποτε θά ἀκολουθήση καί ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. δ) Ἀνεκπλήρωτα παραμένουν τά αἰτήματά μας, ὅταν ἔχουμε μνησικακία, ὅταν προσευχώμαστε ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν μας καί ἐναντίον ἐκείνων πού μᾶς ἔχουν λυπήσει.
Τονίζει χαρακτηριστικά ὁ ἀββᾶς Ἡσαΐας ὁ Ἀναχωρητής: “Νά μήν ἔχης ἔχθρα ἐναντίον οὐδενός ἀνθρώπου, διότι ἡ προσευχή σου δέν θά εἶναι δεκτή ἀπό τόν Θεό. Νά εἰρηνεύης μέ ὅλους, γιά νά ἄποκτήσης παρρησία στόν Θεό, ὅταν θά προσεύχεσαι. Ἐκεῖνος πού θέλει νά προσεύχεται στόν Θεό ἀπό τά βάθη τῆς διανοίας του, νά εἶναι ἀληθινή καί καθαρή ἡ προσευχή του, πρέπει πρῶτα νά ἐρευνᾶ τό νοῦ του τί σκέψεις ἔχει, ὥστε, ὅταν λέη στό Θεό “ἐλέησόν με”, νά ἔχη συγχωρήση τόν συνάνθρωπό του. Διότι, ἐφ’ ὅσον τυραννούμαστε ὅλοι ἀπό τήν βία τῆς ἁμαρτίας, δέν πρέπει ποτέ νά σκεπτώμαστε κάτι ἐναντίον κανενός ἀνθρώπου. Ὅταν ὅμως ἐνεργοῦμε ἀντίθετα σ’ αὐτά, τότε ὄχι μόνον δέν εἰσακουόμαστε, ἀλλά καί παροξύνουμε τόν Θεό, διότι ἐκεῖνα πού λέμε στήν προσευχή μας γιά τούς ἐχθρούς μας “οὐκ ἔστιν ἀνθρώπου, ἀλλά διαβόλου ρήματα”. Καί ἐπί πλέον μέ τόν τρόπο αὐτό ζητᾶ κανείς ἀπό τόν Θεό νά ἀλλάξη τόν περί ἀγάπης νόμο, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔχει θεσπίσει. Ἡ προσευχή, λέει ὁ Χρυσοστομικός κάλαμος, εἶναι φάρμακο.
Ἀλλά τό φάρμακο πρέπει νά χρησιμοποιηθῆ πρίν ἀπό τήν ἡμερομηνία τῆς λήξεώς του. Πρέπει νά ξέρη κανείς πότε πρέπει καί πῶς νά τό χρησιμοποιήση. Διαφορετικά ἡ δραστική του ἐνέργεια δέν ἔχει κανένα ἀποτέλεσμα, κανένα ὄφελος. “Οὐδέ τήν ὄνησιν αὐτοῦ καρπούμεθα”. Τέλος ὁ Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος βλέπει τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ στό ὅτι “Αὐτός οὐ παρέχει τοῖς αἰτοῦσι τάς χάριτας”. Θεωρεῖ ὅτι τό ὄχι τοῦ Θεοῦ στά αἰτήματά μας, εἶναι μακροθυμία τοῦ Κυρίου καί γι’ αὐτό ὁ πιστός δέν πρέπει νά λυπῆται.
Τά αἴτια τῆς ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος εἶναι: α) Ἤ ὅτι ὁ προσευχόμενος εἶναι ἐντελῶς ἀνάξιος νά λάβη ἀπάντησι στά αἰτήματά του, ἤ β) τά αἰτήματα τῆς καρδιᾶς του δέν εἶναι σύμφωνα μέ τά αἰτήματα τῆς προσευχῆς του, δηλαδή ἄλλα ἔχει στήν καρδιά του καί ἄλλα ζητᾶ ἀπό τόν Θεό, ἤ γ) δέν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμος νά λάβη τό χάρισμα, τό ὁποῖο ζητάει.


(Πηγή: neaskiti)

Η ελεημοσύνη του Θεού είναι θαυμαστή – Πως ενεργεί η αληθινή αγάπη (Όσιος Ισαάκ ο Σύρος)


theologia
1. Τι θαυμαστή που είναι η ελεημοσύνη του Θεού! Πόσο εκπληκτική είναι η χάρη του Θεού που μας έκτισε! Τι δύναμη μας έδωσε και μας έκανε ικανούς για όλα! Πόσο άμετρη είναι η καλοσύνη του, που εισάγει την αμαρτωλή μας φύση στην ανάπλαση! Ποιος μπορεί να εξυμνήσει τη δόξα του; Τον παραβάτη των εντολών του και τον βλάσφημο τον ανασταίνει με τη μετάνοια˙ τον άνθρωπο, που ήταν άμυαλο χώμα, τον ανακαινίζει και τον κάνει συνετό και λογικό˙ τον διασκορπισμένο και αναίσθητο νου και τις διασκορπισμένες λόγω των αμαρτιών μας αισθήσεις, όλα αυτά, τα κάνει με την αγάπη του λογική φύση, άξια να εννοεί σωστά τα θεία και τα ανθρώπινα. Γιατί αυτός που ζει ακόμη στις αμαρτίες του δεν είναι ικανός να εννοήσει τη χάρη της προσωπικής του ανάστασης. Πού είναι, λοιπόν, η κόλαση που θα μας γεμίσει με θλίψη; Και πού είναι η κόλαση που μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της ανάστασης, όταν ο Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία; Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, που θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Η ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ο Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς που μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς που καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή η χάρη, που μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη που μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρή σου χάρη, Κύριε. (244-6).
Πώς ενεργεί η αληθινή αγάπη.
2 Όποιος έχει μνήμη Θεού και τιμά κάθε άνθρωπο, αυτός βρίσκει βοήθεια από κάθε άνθρωπο, που δέχεται μυστικά μέσα του την εντολή του Θεού να βοηθήσει. Όποιος πάλι απολογείται για να σώσει τον αδικούμενο, βρίσκει το Θεό να τον υπερασπίζεται. Όποιος δίνει το χέρι του να βοηθήσει τον πλησίον του, λαμβάνει τη βοήθειά του από το χέρι του Θεού. Όποιος κατηγορεί τον αδελφό του κινούμενος από κακία, βρίσκει το Θεό κατήγορό του. Όποιος διορθώνει τον αδελφό του κρυφά από τους άλλους, γιατρεύει την κακία του˙ και όποιος κατηγορεί κάποιον μπροστά στους άλλους, κάνει πιο οδυνηρά τα τραύματά του. Όποιος θεραπεύει κρυφά από τους άλλους τον αδελφό του, κάνει φανερή τη δύναμη της αγάπης του˙ ενώ αυτός που τον ντροπιάζει μπροστά στους φίλους του, αποδεικνύει τη δύναμη του φθόνου που φωλιάζει μέσα του. Ο φίλος που ελέγχει κρυφά, είναι σοφός γιατρός˙ ενώ αυτός που γιατρεύει μπροστά στα μάτια των άλλων, στην πραγματικότητα εξευτελίζει τον άρρωστο. Συμπάθεια θα πει να συγχωρείς κάθε σφάλμα του άλλου. Το πονηρό φρόνημα φαίνεται όταν αντιμιλάς στον αμαρτήσαντα. Αυτός που διορθώνει τον άλλον αποβλέποντας πραγματικά στην ψυχική του υγεία, τον διορθώνει με αγάπη, ενώ αυτός που ζητάει να εκδικηθεί, είναι κούφιος από αγάπη. Ο Θεός παιδεύει και διορθώνει τον άνθρωπο με αγάπη, χωρίς εκδίκηση, και ζητάει να γιατρέψει την εικόνα του, χωρίς να κρατάει την οργή του για τις κακίες του ανθρώπου πολύν καιρό. Αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν παρεκκλίνει στην εμπαθή εκδίκηση. Ο δίκαιος και σοφός άνθρωπος είναι όμοιος με το Θεό˙ γιατί δεν παιδεύει καθόλου το συνάνθρωπό του με εκδικητικότητα για την κακία του, αλλά τον παιδεύει ή για να διορθωθεί ο ίδιος, αν το θελήσει, ή για να φοβηθούν οι άλλοι. Η παιδεία που δεν είναι όπως την περιέγραψα, δεν είναι αληθινή παιδεία. (284-5).

(Από το βιβλίο: “Ανθολόγιο από την ασκητική εμπειρία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου”. Ερμηνευτική απόδοση – επιμέλεια, Κωνσταντίνου Χρ. Καρακόλη, Δρος Θεολογίας, Φιλολόγου. Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: orp.gr)

Οι δέκα οφθαλμοί τού ανθρώπου (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)


theologia
Γίνεται κατανοητό, ὅτι τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα δὲν εἶναι ἕνα αὐτόματο καὶ νεκρὸ μηχάνημα, μὲ τὸ ὁποῖο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργεῖ καὶ πράττει, ἀλλὰ ζωντανὸς συνεργάτης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὅλος ὁ ἄνθρωπος μετατρέπεται σὲ «πράξη», «ἐνέργεια». Καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν ἁγίων ἀρετῶν μετατρέπει τὶς «Θεοκεχαριτωμένες» δυνάμεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὲ δικές του δυνάμεις. Τὶς μεταφέρει σὲ κάθε «συστατικό» της ὑπάρξεώς του, τὶς ἐκχέει σ’ ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του καὶ αὐτὲς συμμετέχουν σὲ ὅλες τὶς σκέψεις του (τοῦ ἀνθρώπου δηλ.), σὲ ὅλα τὰ αἰσθήματά του, στὶς θελήσεις του, στὶς ἐνέργειές του καὶ σὲ ὅλους τοὺς λόγους του. Μὲ μία λέξη, στὴν ὁλόπλευρη ζωή του.
Γι’ αὐτὸ μὲ τὴν εὐλογία, μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἄνθρωπος καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀνανεώνει, ἀνακαινουργώνει, ἁγιάζει, ἁγιοποιεῖ, μεταμορφώνει ὅλα τὰ ὄργανα τοῦ πνεύματός του, ὄργανα ἐπίγνωσης καὶ αἰσθήσεως: καρδιά, νοῦ, ψυχή, θέλημα, ἔτσι ὥστε αὐτὰ μποροῦν πλέον νὰ μὴ ὑποκύπτουν στὴν ἁμαρτία, νὰ ἐξουδετερώνουν τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, μποροῦν πλέον νὰ μὴ ναρκώνονται ἀπὸ τὴν παράλυση τοῦ -οἱουδήποτε-πάθους, ἀπὸ τὴν παράλυση τῶν παθῶν καὶ νὰ προσβλέπουν σὲ ὅλα τὰ θεϊκὰ ἀγαθά, τὰ ὁποία προσφέρει, δίνει σὲ μᾶς ὁ φιλάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.
Αὐτὸ τὸ μυστήριο μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ «περίφροντις» (αὐτὸς ποὺ φροντίζει πολὺ ) γιὰ τὴν σωτηρία μας Ἀπόστολος, προσευχόμενος στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς χριστιανούς, γιὰ καθαρὴ καρδιά, γιὰ καρδιὰ «ἀποκαθαρμένη», «ἐξαγιασμένη» καὶ «πεφωτισμένη» μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας ὑμῶν, εἰς τὸ εἰδέναι ὑμᾶς τὶς ἐστίν, ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως αὐτοῦ, καὶ τὶς ὁ πλούτος τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις, καὶ τί τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ». Ὀφθαλμοὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι ἡ πίστη. Γιατί ἡ πίστη γίνεται τὸ «βλέμμα» τῆς ψυχῆς μας. «Βλέμμα» τὸ ὁποῖο βλέπει τὸν «μὴ ὁρώμενον» καὶ τὸ «μὴ δρώμενο». Βλέπει τὸν ἀόρατο Θεὸ στὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο Ἰησοῦ, βλέπει τὶς ἀναρίθμητες «ἀόρατες» κεχαριτωμένες δυνάμεις Του, οἱ ὁποῖες μὲ τὴν ἐκκλησία οἰκοδομοῦν τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κόσμου, τῶν δημιουργημάτων: καὶ τὴν δική μου σωτηρία καὶ τὴν δική σου καὶ ὅλων τῶν δικαίων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν (ποὺ ἔχουν καλὴ προαίρεση καὶ τὴν ἐκφράζουν μὲ τὴν μετάνοια).
Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς, διαμέσου αὐτοῦ τοῦ γήινου κόσμου καὶ διαμέσου ὅλων «τῶν κόσμων» γενικά, «διὰ πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους» (Β΄ Κορινθ. 5, 7), «διὰ πίστεως», ἡ ὁποία εἶναι τὸ «βλέμμα» τῆς ψυχῆς μας, τῆς «κεχαριτωμένης», τῆς «ἐξαγιασμένης», τῆς «μεταμορφωμένης» ψυχῆς μας. Σὲ μᾶς ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι κάτι τὸ μοναδικό, εἶναι ὁ πρῶτος ἀθάνατος καὶ ὁ «παν-ὁρῶν» ὀφθαλμὸς τῆς «ἐν χάριτι» εὑρισκομένης ψυχῆς μας, ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δεύτερος ὀφθαλμός, ἡ προσευχὴ ὁ τρίτος, ἡ ἐλπίδα ὁ τέταρτος, ἡ νηστεία ὁ πέμπτος ὀφθαλμός, ἡ ταπείνωση ὁ ἕκτος, ἡ πραότης ὁ ἕβδομος, ἡ ὑπομονὴ ὁ ὄγδοος, ἡ Ἁγία Κοινωνία ὁ ἔνατος καὶ ἡ Ἁγία Μετάνοια ὁ δέκατος ὀφθαλμὸς καὶ μὲ τὴν σειρὰ αὐτή, ὅλα τὰ ἅγια μυστήρια καὶ οἱ ἅγιες ἀρετὲς εἶναι ὁ ἀναρίθμητος ἀριθμὸς «ὀφθαλμῶν» μας, ὀφθαλμῶν ποὺ βλέπουν τὰ πάντα, ὀφθαλμῶν ποὺ προσβλέπουν στὸν οὐρανό, ὀφθαλμῶν ποὺ βλέπουν καὶ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια. Καὶ αὐτοὶ οἱ «ἅγιοι ὀφθαλμοὶ» ἔγιναν τὸ βλέμμα μας, μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνουμε ποιὰ εἶναι «ἡ ἐλπίδα τῆς κλήσεως» τοῦ Χριστοῦ, ἐλπίδα μας, ποὺ εἶναι ἡ υἱοθεσία ἀπὸ τὸν «Θεὸν» διὰ «Ἰησοῦ Χρίστου», ποὺ εἶναι ἡ κληρονομιὰ τῆς οὐράνιας βασιλείας, ἡ αἰώνια ζωὴ στὴν μακαριότητα τοῦ Αἰωνίου, Τρισηλίου Θεοῦ καὶ Κυρίου. Καὶ ἀκόμη, αὐτοὶ «οἱ ὀφθαλμοὶ» εἶναι τὸ «βλέμμα» μας, μὲ τὸ ὁποῖο διακρίνουμε καὶ ποιὸς εἶναι «ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τῆς κληρονομιᾶς αὐτοῦ», ποιὰ εἶναι ἡ «κληρονομιά μας ἐν Χριστῷ». Εἶναι ἡ ἔνθεη ζωή, ἡ αἰώνια ζωὴ καὶ αἰώνια δόξα, διαμέσου τῆς αἰώνιας ἀλήθειας, τῆς αἰώνιας δικαιοσύνης, τῆς αἰώνιας ἀγάπης, τῆς αἰώνιας χαρᾶς, τῆς αἰώνιας μακαριότητας. Καὶ ἀκόμη οἱ ἅγιοί μας ὀφθαλμοὶ βλέπουν «τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ». Τῆς «ἰσχύος Αὐτοῦ», τῆς ἔνθεης, θεϊκῆς «ἰσχύος», ποὺ μὲ τὴν πίστη μας νικᾶ ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, ὅλους τοὺς θανάτους, ὅλους τοὺς διαβόλους (ποὺ ἐκφράζουν τὰ διάφορα πάθη), ὅλες τὶς κολάσεις καὶ μᾶς «δωρίζει» σωτηρία, ἐξαγιασμό, ἀγαθοδωρεά, θέωση, Ἐνχριστοποίηση, Ἐντριαδοποίηση, παράδεισο, τὸν παν-παράδεισο.
Ἀπὸ μᾶς εἶναι ἡ πίστη, καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ἡ δύναμη τῆς πίστεως. «Μέσῳ» τῶν ἱερῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἡ πίστη μας αὐξάνει ἀπὸ δύναμη σὲ δύναμη, ἀπὸ ἀθανασία σὲ ἀθανασία, ἀπὸ παράδεισο σὲ παράδεισο, ἀπὸ χαρὰ σὲ χαρά, ἀπὸ ἀλήθεια σὲ ἀλήθεια, ἀπὸ δικαιοσύνη σὲ δικαιοσύνη, ἀπὸ καλὸ σὲ καλό, ἀπὸ σοφία σὲ σοφία. Αὐξάνει ἡ πίστη μας σὲ ὅλα τὰ «ἀγαθὰ» τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, προσβλέπουσα σ’ αὐτὰ «μὲ πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας».
Στὸν δρόμο αὐτὸν τῆς πίστεως ἀναρίθμητα εἶναι τὰ ἐμπόδια καὶ τὰ μαρτύρια, οἱ πειρασμοί, οἱ πόνοι καὶ οἱ παντοειδεῖς θλίψεις. Ἀλλὰ καὶ τὸ πιὸ μεγάλο μαρτύριο γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι τίποτε, ὅταν, στὴν καρδιὰ τοῦ πιστεύοντα, ὑπάρχει ἡ μεγάλη πλημμυρίδα τῆς Θεϊκῆς δύναμης. Ἔτσι μόνο, μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξαν καὶ ἡ χαρὰ ποὺ ἐξεδήλωσαν, οἱ ἅγιοι μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς τῆς πίστεως, στὰ διάφορα μαρτύρια καὶ βασανιστήρια, ποὺ ὑπέμειναν, γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι μόνο, μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν καὶ νὰ κατανοηθοῦν ὅλοι οἱ ὑπεράνθρωποι ἀγῶνες τῶν ἁγίων ἀναχωρητῶν τῆς ἐρήμου καὶ ὅλα τὰ καλοπροαίρετα καὶ ἄθελα βασανιστήρια καὶ μαρτύρια καὶ οἱ κακουχίες ὅλων τῶν δικαίων χριστιανῶν, ὅλων τῶν χριστοευσεβῶν ἀγωνιστῶν, ὅλων τῶν Θεοαγαπώντων πιστῶν, ὅλων τῶν ἀκούραστων εὐαγγελιστῶν. Ἔτσι μόνο ἐξηγεῖται ἡ ἀντοχὴ καὶ καρτερία στοὺς πόνους ὅλων ἐκείνων ποὺ ἦσαν ἁμαρτωλοὶ καὶ μετανόησαν, ἦσαν ἅρπαγες, ἄσωτοι, ἀγαποῦσαν ἀσήμαντα πράγματα καὶ μετανόησαν, ἦσαν φιλήδονοι, ὑπερήφανοι, φίλαυτοι, ἐγωιστὲς καὶ ἔδειξαν ἀληθινὴ μετάνοια, ἦσαν φιλάργυροι, δολοφόνοι, κλέφτες, διαφθορεῖς, πότες καὶ μετανόησαν εἰλικρινά, ἦσαν ἀπελπισμένοι καὶ ὁδηγήθηκαν μὲ τὴν μετάνοια στὸν Χριστὸ (ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν).
Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ἡ πίστη μας, ἡ πίστη ὅλων, τῶν μεγάλων καὶ τῶν μικρῶν, τῶν δυνατῶν, καὶ τῶν ἀδυνάτων, τῶν βασιλέων καὶ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, τῶν σοφῶν καὶ τῶν ἄσοφων, ἡ πίστη αὐτὴ ὅταν ὑπάρχει, μὲ τὴν μεγάλη δύναμη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἐνέργεια καὶ πράξη αὐτῆς τῆς δύναμης στὶς καρδιές μας, στὶς συνειδήσεις μας, στὴ ζωή μας, κάνει ὥστε, ὅλα σὲ μᾶς νὰ ἀνατρέπονται «ἐκ βάθρων» καὶ «ὅλως πανσόφως» χωρὶς δυσκολίες, νὰ κτίζονται καινούργια πράγματα, θεϊκὰ καὶ αἰώνια. Καὶ ἐμεῖς ἐνῶ βρισκόμαστε ἀκόμη ἐδῶ στὴ γῆ, ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε τὴν αἰώνια ζωή, καὶ ἐνῶ ἡ γῆ εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας, μετατρέπεται σὲ ἕνα ἀπροσπέλαστο οὐρανό. Ὅταν ὑπάρχει ἡ πίστη, δὲν ἔχει ἄλλον, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ Αὐτὸν βρίσκεται ὁ παράδεισός μας, ἡ χαρά μας καὶ ἡ αἰωνιότητά μας. Ναί, ἡ πίστη μας στηρίζεται στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, «ἐν δυνάμει Θεοῦ», «ἐν ἀποδείξει πνεύματος καὶ δυνάμεως» (Α’ Κορινθ. 2, 5,4).

(«Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ Ἀπ. Παύλου», ἐκδ. Βασ. Ρηγόπουλου)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiazoni.gr)

Μνήμη του τέλους και της δίκης (Όσιος Εφραίμ ο Σύρος)


theologia
Να έχεις, αγαπητέ, πάντοτε στον νου σου την ημέρα του τέλους σου, όταν θα είσαι ξαπλωμένος στο στρώμα σου και θα ψυχορραγείς. Αλίμονο, τι μεγάλος φόβος και τρόμος σφίγγει την ψυχή εκείνη την ώρα, και μάλιστα αν έχει τη συνείδηση να την κατηγορεί! Αν έκανε κάτι καλό σε αυτή τη ζωή, αν δηλαδή υπέμεινε θλίψεις και προσβολές για χάρη του Κυρίου και αν έκανε όσα είναι αρεστά σε Αυτόν, οδηγείται με πολλή χαρά από αγίους αγγέλους ψηλά στον ουρανό. Όπως ο εργάτης που μοχθεί στη δουλειά όλη τη μέρα, περιμένει τη δύση του ηλίου για να πάρει μετά από τον κόπο τον μισθό του και να ξεκουραστεί, έτσι περιμένουν και οι ψυχές των δικαίων την ημέρα εκείνη.
Οι ψυχές, αντίθετα, των αμαρτωλών είναι γεμάτες φόβο και τρόμο εκείνη την ώρα. Όπως ένας κατάδικος, που τον έπιασαν οι φύλακες και τον πηγαίνουν στο δικαστήριο, έχει αγωνία και τρέμει ολόκληρος καθώς σκέφτεται τα βασανιστήρια που θα του κάνουν, έτσι και οι ψυχές των αμαρτωλών τρέμουν φοβερά την ώρα εκείνη, καθώς συλλογίζονται το ατέλειωτο βασανιστήριο της αιώνιας φωτιάς και τις άλλες τιμωρίες που δεν θα έχουν τέλος και σταματημό.
Και αν κάποιος πει στους αγγέλους που τον τραβούν με βία: «Αφήστε με λίγο να μετανοήσω», κανείς δεν τον ακούει· ή μάλλον του αποκρίνονται: «Όταν είχες καιρό, δεν μετανοούσες, και τώρα υπόσχεσαι να μετανοήσεις; Όταν το στάδιο ήταν σε όλους ανοιχτό, δεν αγωνίστηκες, και θέλεις να αγωνιστείς τώρα, που όλες οι πόρτες έκλεισαν και πέρασε ο καιρός του αγώνα; Δεν άκουσες τον Κύριο που είπε· «Να είστε άγρυπνοι, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα»; (Ματθ. 25:13)»
Αυτά και τα παρόμοια γνωρίζοντας από πριν, αγαπητέ, να αγωνίζεσαι, όσο ακόμη έχεις καιρό. Και να κρατάς τη λαμπάδα της ψυχής σου πάντοτε αναμμένη με την εργασία των αρετών, ώστε να βρεθείς έτοιμος, όταν έρθει ο Νυμφίος, και να μπεις μαζί του μέσα στον ουράνιο γαμήλιο θάλαμο μαζί με τις άλλες παρθένες ψυχές, οι οποίες με τη ζωή τους φάνηκαν αντάξιές του (Ματθ. 25:1-13).
Αδελφοί, είναι μεγάλος ο φόβος την ώρα του θανάτου. Γιατί την ώρα του χωρισμού στέκονται γύρω στην ψυχή όλα της τα έργα, όσα έκανε τη μέρα ή τη νύχτα, καλά και κακά, και επίσης άγγελοι που θέλουν με πολλή βιασύνη να τη βγάλουν από το σώμα. Η ψυχή λοιπόν του αμαρτωλού, βλέποντας τα έργα της, δειλιάζει να βγει. Καθώς όμως τη βιάζουν οι άγγελοι, αυτή, τρέμοντας για τα έργα της, λέει σε αυτά με φόβο: «Δώστε μου μία ώρα διορία για να βγω». Και αποκρίνονται στην ψυχή όλα της τα έργα με ένα στόμα: «Εσύ μας έκανες, μαζί σου λοιπόν θα πάμε στον Θεό». Και έτσι τρέμοντας και θρηνώντας χωρίζεται από το σώμα και πηγαίνει να παρουσιαστεί στο αθάνατο δικαστήριο.

(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Ε’, σελ. 62, και Η’ (8), σελ. 91. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Η πολυπόθητη αγάπη (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)


theologia
Ας έχουμε εμείς έναν κοινό δρόμο, τις εντολές του Χριστού, που μας επαναφέρουν στον ουρανό και στον Θεό. Διότι, αν και ο λόγος υπονοεί διάφορους δρόμους, είναι βέβαιο ότι δεν λέγεται με την έννοια ότι χωρίζεται σε πολλούς δρόμους ως προς τη φύση του, αλλά ότι χωρίζεται σε πολλούς δρόμους ως προς τη δυνατότητα και την πρόθεση του καθενός. Διότι, αρχίζοντας εμείς από πολλά και διάφορα έργα και πράξεις, είναι σαν να αναχωρούμε καθένας από διαφορετικούς τόπους και από πολλές πόλεις, και σαν να αγωνιζόμαστε να φθάσουμε στο ίδιο κατάλυμα, στη βασιλεία των ουρανών δηλαδή. Άλλωστε πράξεις και δρόμους των ανθρώπων, που ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πρέπει να εννοούμε τις πνευματικές αρετές.
Γι’ αυτό, όσοι άρχισαν να βαδίζουν σ’ αυτούς τους δρόμους έχουν καθήκον να τρέχουν προς ένα σκοπό, ώστε, ενώ ξεκινούν από διάφορα μέρη και από διάφορους τόπους, να συναντηθούν, όπως είπαμε, στην ίδια πόλη, στη βασιλεία των ουρανών δηλαδή, και να αξιωθούν να βασιλεύσουν μαζί με τον Χριστό, με το να υποτάσσονται σε ένα Βασιλιά, στον Θεό και Πατέρα· πόλη μάλιστα να εννοήσεις εδώ μία και όχι πολλές, την αγία και αχώριστη τριάδα των αρετών (Α’ Κορ. 13:13), ή, μάλλον, την πρώτη απ’ αυτές, που την αναφέρουν τελευταία, επειδή είναι η κατάληξη των καλών, αλλά και επειδή είναι η μεγαλύτερη από όλες τις αρετές, εννοώ την αγάπη, που απ’ αυτή προήλθε, αλλά και σ’ αυτή έχει θεμελιωθεί όλη η πίστη και έχει οικοδομηθεί η ελπίδα, και που χωρίς αυτή δεν δημιουργήθηκε κανένα από τα όντα, ούτε πρόκειται ποτέ να δημιουργηθεί.
Τα ονόματα της αγάπης είναι βέβαια πολλά, τα έργα της είναι πολλά, τα γνωρίσματά της είναι περισσότερα, τα ιδιώματά της θεϊκά και πάρα πολλά, η φύση της όμως είναι μία και εντελώς κρυμμένη εξίσου από όλους, και από τους αγγέλους και από τους ανθρώπους, αλλά και από κάθε άλλο δημιούργημα, που ίσως να μην το γνωρίζουμε.
Είναι ακατανόητη ως προς το λόγο, απλησίαστη ως προς τη δόξα, ανεξερεύνητη ως προς τις βουλές. Είναι αιώνια, διότι είναι και άχρονη· είναι αθέατη, διότι γίνεται αντιληπτή με το νου, αλλά όμως δεν κατανοείται. Τα κάλλη αυτής της αχειροποίητης και αγίας Σιών, της αγάπης δηλαδή, είναι πολλά, ώστε αυτός που άρχισε να τα βλέπει, δεν ευφραίνεται πια με τα ορατά θεάματα, ούτε είναι πια προσκολλημένος στη δόξα αυτού του κόσμου.
Αφήστε με λοιπόν από την αρχή του λόγου να συνομιλήσω λίγο με την αγάπη και να τη χαιρετήσω και να εκφράσω τον πόθο που έχω γι’ αυτή. Μόλις, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, έφερα στο νου μου το κάλλος της άμεμπτης αγάπης, βρέθηκε ξαφνικά το φως της μέσα στην καρδιά μου και κυριεύθηκα από τη γλυκύτητά της και έχασα τις σωματικές αισθήσεις, αγνοώντας εντελώς τα βιοτικά, και λησμόνησα αυτά που είναι μπροστά μου. Αλλά, δεν ξέρω πώς να το πω, απομακρύνθηκε πάλι από μένα και με άφησε να θρηνώ την αθλιότητά μου.
Ω πολυπόθητη αγάπη, είναι μακάριος αυτός που σε ασπάσθηκε, διότι δεν θα επιθυμήσει πια να ασπασθεί με πάθος ανθρώπινο κάλλος.
Είναι μακάριος αυτός που κινούμενος από θείο έρωτα αγκαλιάσθηκε μαζί σου, διότι θα απαρνηθεί όλο τον κόσμο, και ενώ πλησιάζει όλους τους ανθρώπους, δεν θα μολυνθεί διόλου.
Είναι μακάριος αυτός που αγάπησε και απόλαυσε τα κάλλη σου με άπειρο πόθο, διότι αυτός θα αγιασθεί ψυχικά από το ύδωρ και το αίμα, που στάζει άχραντο από σένα.
Είναι μακάριος αυτός που σε κατασπάσθηκε με πόθο, διότι θα υποστεί πνευματικά την καλή αλλοίωση και θα ευφρανθεί ψυχικά, διότι εσύ είσαι η ανέκφραστη χαρά.
Είναι μακάριος αυτός που σε απέκτησε, διότι θα θεωρήσει ένα τίποτε τους θησαυρούς του κόσμου, διότι εσύ είσαι αληθινά ο ανεξάντλητος πλούτος.
Αλλά είναι μακάριος και τρισμακάριος και αυτός που εσύ έλαβες ως σύντροφό σου, διότι θα είναι στην ορατή αδοξία ενδοξότερος από όλους τους ένδοξους και τιμιότερος και σεβαστότερος από όλους τους άξιους για τιμή.
Είναι αξιέπαινος εκείνος που σε αναζητά, πιο αξιέπαινος είναι εκείνος που σε βρήκε, αλλά μακαριότερος είναι εκείνος που αγαπήθηκε από σένα· εκείνος που έγινε δεκτός από σένα, εκείνος που διδάχθηκε από σένα, εκείνος που κατοίκησε μέσα σου, εκείνος που έλαβε με τη μεσολάβησή σου τροφή τον Χριστό τον αθάνατο, τον Χριστό τον Θεό μας.

[Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Έργα, Λόγος πρώτος (απόσπασμα), σελ. 36. Μετάφραση Κωνσταντίνου Γ. Φραντζολά. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2017]

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Υποκρισία: Το Κέλυφος του Θανάτου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


theologia
Πόσο ὄμορφα ὁ λαός μας στά Βαλκάνια διακοσμεῖ αὐγά! Τόσο πιό ὄμορφα γιά νά στολίση τό Πάσχα. Γιά νά αὐξήση τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Γιά νά κάνη τούς φιλοξενούμενούς του πιό εὐτυχεῖς. Κάποτε μάλιστα τά βαμμένα αὐγά ἀποτελοῦν πραγματικά ἔργα τέχνης. Ἄν τά βαμμένα αὐγά διατηρηθοῦν πάρα πολύ, σαπίζουν ἐσωτερικά καί ἀναδίδουν μιά ἀνυπόφορη δυσοσμία ἤ στό τέλος στεγνώνουν ἐντελῶς.
Τότε εἶναι πού τό χρωματισμένο κέλυφος διατηρεῖ μέσα του τόν θάνατο.
Πιό φοβερή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. κγ´ 27).
«Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δέ μήγε, μισθόν οὐκ ἔχετε παρά τῷ πατρί ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. στ´ 1).
Ἡ δικαιοσύνη πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Ὄρος τῶν Μακαρισμῶν, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: ἔλεος, προσευχή, ἐμπιστοσύνη καί πίστι στόν Θεό ὡς τόν μόνο Κύριο, ἔλλειψις στενοχώριας γιά τήν αὔριο, ἀναζήτησις πρίν ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὕπαρξις πίστεως πού νά λαμβάνη ἀπό τόν Θεό ὅ,τι θέλει, νά βρίσκη ὅ,τι ζητᾶ, νά ἀνοίγη μιά κλειστή θύρα· καί ἐπίσης: νά μή κρίνης αὐστηρά, νά μή μετρᾶς μέ ψεύτικο μέτρο, ὥστε νά μή σοῦ συμβῆ παρομοίως· νά μή κοιτᾶς τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ ὑποκριτικά κρύβεις τό δοκάρι στό δικό σου μάτι· νά κάνης στόν συνάνθρωπό σου ὅ,τι θά ἤθελες νά σοῦ κάνουν· ὄχι φόβος τῆς στενῆς, ἀλλά καθαρῆς καί ἁγίας ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ζωή, καί ἀποφυγή τῆς ἄνετης καί εὔκολης καί πλατειᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στόν θάνατο· ἀπόδοσις ἀγαθῶν καρπῶν στόν Θεό τόν Οἰκοκύρη, ὁ Ὁποῖος σέ φύτευσε σάν καλό δένδρο· ὄχι ὑπερηφάνια γιά τά μεγάλα σου ἔργα, ἀλλά ἐπιτέλεσις τοῦ κάθε πράγματος σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἐκπλήρωσις στήν πρᾶξι ὅλων τῶν παραγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀνέγερσις τοῦ οἴκου τῆς αἰωνιότητός σου, ὅπως ἕνας σοφός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κτίζει τό σπίτι του ὄχι στήν ἄμμο, ἀλλά στόν βράχο, ὥστε οὔτε οἱ καταιγίδες, οὔτε οἱ ἄνεμοι, οὔτε οἱ βροχές νά μποροῦν νά τό βλάψουν (βλ. Ματθ., κεφ. ζ´ 24-25).
Οἱ Φαρισσαῖοι, οἱ Γραμματεῖς καί ὑποκριτές, κάνουν καθετί ἀντίθετο ἀπό τούς Λόγους καί τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἐλεοῦν, τό κάνουν στά κεντρικά μέρη καί στίς ὁδούς καί δέν τό κάνουν αὐτό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά νά βοηθήσουν τούς πτωχούς, ἀλλά μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Ὅταν προσεύχωνται στόν Θεό, προσεύχονται στούς δρόμους, μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Ὅταν νηστεύουν, κάνουν τά πρόσωπα τους νά φαίνωνται ἄσχημα καί ἀτημέλητα καί χλωμά, ὥστε καί πάλι νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλοίμονον! Κάνουν τά πάντα μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄλλοι, ὅτι εἶναι δῆθεν ἐλεήμονες, προσευχητικοί καί μεγάλοι νηστευτές.
Τά κάνουν ὅλα αὐτά καί τά κάνουν καί σήμερα γιά δύο λόγους: γιά νά λάβουν ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί χρήματα. Ὅσο γιά τόν Θεό, δέν τόν ὑπολογίζουν καθόλου, σάν νά μήν ὑπάρχη. Στήν πραγματικότητα, οἱ ὑποκριτές εἶναι ἐντελῶς οἱ πιό ἄθεοι ἄνθρωποι. Ἐξαπατώντας τούς ἀνθρώπους, λαμβάνουν αὐτό πού θέλουν, καί αὐτό εἶναι ἡ τελική πληρωμή τους. Ἀπό τόν Θεό δέν ἔχουν νά περιμένουν τίποτε, ἐπειδή δέν Τόν χρέωσαν μέ καμμιά ἀπό τίς πράξεις τους, ἀλλά ἐπέσυραν μόνον τήν ὀργήν Του.
Γι᾿ αὐτούς εἶπε ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καί ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ´ 13).
Ἐφ᾿ ὅσον δέν τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τηροῦν τό θέλημα τοῦ πατρός τοῦ ψεύδους. Ὁ πατέρας ὅλων τῶν ψευδῶν, ὁ διάβολος, τούς διδάσκει ὅτι εἶναι κανονικό, φυσικό καί λογικό νά κάνουν ἔτσι, καί ὅτι καί ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτούς ἔκαναν ὁμοίως καί ἔζησαν θαυμάσια, κερδίζοντας ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί πλούτη. Αὐτή εἶναι ἡ καταστροφική ὁδός τοῦ κόσμου, καί ὅμως αὐτοί δέν τήν ἐγκαταλείπουν, χάριν τοῦ κόσμου. Αὐτοί, ἄθλιοι καθώς εἶναι, δέν αἰσθάνονται πόσο πολύ ὁ σατανᾶς τούς ἔχει ἐξαπατήσει μέ τέτοια ψεύδη καί πόσο πολύ ἔχει μολύνει καί ἀποξηράνει τίς καρδιές τους, πού ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ γυρίζουν μέ ἀποστροφή τά πρόσωπά τους ἀπό τήν δυσωδία τῶν ψυχῶν τους.
Ὁλόκληρη ἡ ἐξωτερική τους, περιποιημένη ἐμφάνισις, εἶναι μόνον τό χρωματισμένο κέλυφος τοῦ θανάτου, ἕνας ἀσβεστωμένος τάφος. Ὅταν τούς βρῆ αὐτό πού λέμε θάνατος, ἀλλοίμονον! Αὐτό πού θά τούς ἔλθη τότε εἶναι ἡ βεβαίωσις καί ἡ σφραγίδα τῆς ἤδη ἀπό μακροῦ νεκρωμένης τους ψυχῆς.
Ἀλλά σεῖς, μήν εἶσθε ὅπως οἱ ὑποκριτές, διδάσκει ὁ Χριστός τούς ἀνθρώπους. Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν ἀγαθοεργῆτε.«σοῦ δέ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. στ´ 3).
Μήν εἶσθε ὑποκριτές, ὅταν προσεύχεσθε στόν Θεό: «σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 6).
Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν νηστεύετε: «σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 18)· «οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν ὅ ἐάν μή φανερωθῇ, οὐδέ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν» (Μάρκ. δ´ 22).
Ὁ Θεός θά σοῦ ἀποκαλύψη μεγάλα μυστικά, τότε πού ἐσύ δέν θά τό περιμένης. Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι τό ἤξεραν αὐτό, ἀλλά οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι δέν τό ἤξεραν, καί οὔτε τό ξέρουν ἀκόμη καί σήμερα.
Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι ἐφοβοῦντο τόν Θεό καί ἀγαποῦσαν τόν λαό τους, ἐνῶ οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Γραμματεῖς, οἱ ὑποκριτές, δέν φοβοῦνται τόν Θεό καί μισοῦν τόν λαό τους.
Ὁ Ἰησοῦς εὐσπλαγχνίζετο μέχρι δακρύων τόν λαόν Του (βλ. Ματθ. ιε´ 32.Μάρκ. η´ 2), τόν ὁποῖον οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἄρχοντες ἐξαπατοῦσαν, ὕβριζαν καί ἐκδικοῦνταν χωρίς ἔλεος. Σέ προηγούμενό Του κήρυγμα, ὁ Χριστός κήρυξε ἀνοικτά πόλεμο κατά τῆς ὑποκρισίας τους.
Καθώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦταν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ὁ καιρός περνοῦσε, αὔξανε τόν πόλεμό Του κατά τῆς ὑποκρισίας ἐξευτελίζοντάς την, καί τῆς ὑποκρισίας τῶν θρηκευτικῶν ἀρχηγῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἐξευτελίζοντάς τους ἐνώπιόν τους καί ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ Του.
Ποτέ δέν ἐξευτέλισε ὁποιουσδήποτε ἁμαρτωλούς τόσο πολύ, ὅσο ἐξευτέλισε τούς ὑποκριτές. Τελικά, ὁ ἐξευτελισμός τῆς ὑποκρισίας ἀπό τόν Ἰησοῦ, κοντά στό τέλος πλεόν τῆς ἐπιγείου παραμονῆς Του, μετεβλήθη σέ φοβερή βροντή, ἡ ὁποία κυριολεκτικά ἄστραψε καί βρόντηξε. Δέν πρέπει νά ξαφνιάζη τοῦτο αὐτούς πού γνωρίζουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἀπευθύνθηκε μόνον σέ μιά γενιά ἀνθρώπων, αὐτήν τῆς ἐποχῆς Του, ἀλλά πρός ὅλες τίς γενεές ἕως τέλους τοῦ κόσμου.
Καθώς ἐξευτέλιζε τούς Ἰουδαίους ὑποκριτές πρόσωπο πρός πρόσωπο, ἐξευτέλιζε ὅλους τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν ἐποχῶν ὅλων τῶν γενεῶν.
Γιατί ἆραγε ὁ Ἰησοῦς κτύπησε τόσο σκληρά καί ἀνελέητα εἰδικά τήν ὑποκρισία; Διότι, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα σατανικό ψέμα, ἡ ὑποκρισία εἶναι σατανική ἐξ ἀρχῆς· εἶναι τό ζιζάνιο πού ἔσπειρε ὁ σατανᾶς σέ ὅλες τίς σοδειές τοῦ Θεοῦ στήν γῆ: στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, στό σπίτι του, στόν γάμο του, στήν παρέα των φίλων του, στόν λαό του καί στό ἔθνος, στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, στήν λύπη καί στήν χαρά, παντοῦ, σέ ὅλες τίς ἐποχές καί τούς πολιτισμούς. Κανένας πολιτισμός δέν κατάφερε νά ξερριζώση τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀλλά αὐτό κατώρθωσε νά ἀφανίση πολλούς ἀπό αὐτούς. Ἄν ἕνας πολιτισμός ἔλαμπε μέ ἐξωτερική αἴγλη, ὅπως ὁ Εὐρωπαϊκός καί ὁ Ἰαπωνικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχε καταστρέψει τήν ὑποκρισία, παρά ὅτι τήν εἶχε ἀποκρύψει πιό ἐπιδέξια κάτω ἀπό τό κέλυφός του, πού δέν εἶχε γραμμένο πάνω τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει μέ τά Πασχαλινά αὐγά στά Βαλκάνια. Μᾶλλον, ἔγραφε στό δικό του κέλυφος: εὐγένεια, τρόποι, σοφιστεία, λόγους δηλαδή πού οἱ δαίμονες δέν φοβοῦνται, καί ἔτσι τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀνεμπόδιστο, βλάστανε ὀργιαστικά.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διεκήρυξε ἐξ ἀρχῆς δύο πολέμους: κατά τού σατανᾶ καί κατά τῆς ὑποκρισίας. Οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀγαποῦσαν καί Τόν τιμοῦσαν μέ τεράστιο θεοφοβούμενο σεβασμό, ὡς Σωτῆρα. «Ἦν γάρ διδάσκων αὐτούς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ´ 29).