Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

«Πῶς σώζεται ὁ ἄνθρωπος» Ἀπό τό βιβλίο:“Ἡ ἄσκηση στή ζωή μας” Βασισμένο στούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου.

«Πῶς σώζεται ὁ ἄνθρωπος»

Οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ θεῖοι Πατέρες ἔγραψαν στά ἅγια βιβλία γιά τή δύναμη πού ἔχει ἡ μετάνοια καί πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σωθεῖ, ὅταν μετανοήσει εἰλικρινά. Ὅλες οἱ ἐντολές πού βρίσκονται στά ἱερά κείμενα ἔχουν σκοπό νά βοηθήσουν τόν ἄνθρωπο ν᾿ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά πάθη του καί νά μπεῖ στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Ἡ σωτηρία μας εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Ἡ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅλες. Τί νά κάνουμε, εἶπε ὁ Κύριος, ὅλα τ᾿ ἀγαθά τῆς γῆς, ἄν χάσουμε τήν ψυχή μας; Ἡ ψυχή μας ἀξίζει περισσότερο ἀπ᾿ ὅλο τόν κόσμο. Γι᾿ αὐτό πρέπει νά ἔχουμε στήν καρδιά μας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί νά προχωρᾶμε στή ζωή αὐτή μέ σύνεση καί προσοχή.
Προσοχή σέ ὅλα καί ἰδιαίτερα στά σαρκικά πάθη, πού κατατρῶνε τήν ψυχή μας. Τά Σόδομα τά κατέστρεψε ὁ Θεός γιατί οἱ ἄνθρωποι ἦσαν μόνο «σάρκες» καί δέν ὑπῆρχε μέσα τους τίποτε τό πνευματικό. Ἦσαν γεμᾶτοι ἀπό πνευματική ἀκαθαρσία καί γι᾿ αὐτό τούς ἀποστράφηκε ὁ Θεός.
Γιά τήν πορνεία μόνο ἑνός ἀνθρώπου θανατώθηκαν σέ μιά ὥρα εἴκοσι πέντε χιλιάδες Ἰσραηλίτες. Ἀπό ποιά αἰτία ξέπεσε καί ὁ γίγαντας Σαμψών, πού ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας του ἦταν ἀφιερωμένος στόν Θεό; Ἐμόλυνε τό σῶμα του μέ τήν πορνεία καί παρέδωσε τά μέλη του στήν ἁμαρτία. Καί ἐνῶ ἔκανε τόσο μεγάλα καί φοβερά πράγματα, ἔπεσε γιατί δελεάστηκε ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτό τόν ἐγκατέλειψε ὁ Θεός, τόν ἔπιασαν καί δεμένο τόν παρέδωσαν στούς ἐχθρούς. Τό ἴδιο ἔπαθε ὁ προφήτης καί βασιλιάς Δαβίδ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαμψε ὁ Χριστός. Γιά νά μήν προσέξει, μόνο γιά μιά στιγμή, δελεάστηκε ἀπό τήν ὀμορφιά μιᾶς γυναίκας καί ἔπεσε στό φοβερό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεός τόν τιμώρησε. Ὁ Δαβίδ ὅμως μετανόησε μέ δάκρυα γιά τό σοβαρό αὐτό ἁμάρτημα καί ὁ Θεός τόν συγχώρεσε.
Μέ ὅλ᾿ αὐτά πρέπει νά καταλάβεις ὅτι ὁ Θεός δέν κάνει ἐξαιρέσεις καί τιμωρεῖ ὅλους, ἄσχετα ἄν αὐτοί εἶναι προφῆτες, ἱερεῖς, κριτές, ἄρχοντες καί ἄλλοι ἁγιασμένοι ἄνθρωποι, προορισμένοι νά φανερώσουν τό ὄνομά Του στούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός δέν ἐκδικεῖται, ἀλλά τιμωρεῖ μέ παιδαγωγικό τρόπο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά καταλάβει τό σφάλμα του, νά συνέλθει, νά ξυπνήσει ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ζητήσει τό ἔλεος Του. Ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά μπορεῖς νά καταλάβεις ὅτι καί τούς ἁγίους τιμωρεῖ ὁ Θεός, ὅταν παραβαίνουν τίς ἐντολές Του. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ γράφει ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπολογίζει οὔτε γέροντες, οὔτε νέους, γιά νά δείξει μ᾿ αὐτό ὅτι γνήσιοι καί ἀγαπημένοι του εἶναι ὅσοι ἔχουν μέσα τους τόν θεῖο φόβο καί ζοῦν μέ εὐλάβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημά Του. Ἅγιοι γιά τόν Θεό, εἶναι ἐκεῖνοι πού τηροῦν τίς ἐντολές Του καί ἔχουν καθαρή συνείδηση. Αὐτοί πού περιφρονοῦν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, τούς περιφρονεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τούς ἀποστρέφεται καί παίρνει τή χάρη Του ἀπ᾿ αὐτούς.
Τόν Βαλτάσαρ γιατί τόν τιμώρησε; Γιατί τόλμησε νά καταφρονήσει τά ἅγια ἐκεῖνα ἀφιερώματα πού ἅρπαξε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί νά τά χρησιμοποιήσει αὐτός καί οἱ παλλακίδες του. Ἔτσι καί ὅσοι ἀφιερώνουν τά μέλη τους στόν Θεό καί μετά τολμοῦν νά τά χρησιμοποιήσουν γιά ἁμαρτωλές πράξεις, τιμωροῦνται αὐστηρά ἀπό τόν Θεό.
Ἄς μή περιφρονοῦμε λοιπόν τούς θείους λόγους καί τίς ἀπειλές πού ὑπάρχουν στίς ἅγιες Γραφές. Ἄς μή παροργίζουμε τόν Θεό μέ τά ἄτοπα ἔργα μας καί μέ τίς παρανομίες μας. Ἄς μή μολύνουμε τό σῶμα μας πού εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Γιά νά σωθοῦμε χρειάζεται νά μισήσουμε τά πράγματα τοῦ κόσμου, δηλαδή τήν ἁμαρτία καί τά ὑλικά ἀγαθά. Ὅσο εἴμαστε προσκολλημένοι σ᾿ αὐτά δέν ἔχουμε ἐλπίδα σωτηρίας, γιατί ὁ Θεός φεύγει ἀπό κοντά μας, καί χωρίς Αὐτόν δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε.
Στή σωτηρία μας βοηθάει πολύ ἡ σκέψη τοῦ θανάτου. Οἱ πατέρες τό ὀνομάζουν αὐτό «μνήμη θανάτου». Ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι μιά μέρα θά φύγουμε ὁπωσδήποτε ἀπό τή ζωή αὐτή θά προετοιμαζόμαστε γιά τήν ὥρα πού θ᾿ ἀπολογηθοῦμε στόν Κριτή.
Τό στεφάνι τῆς νίκης τό δίνει ὁ Χριστός μόνο σ᾿ αὐτούς πού πάνω ἀπ᾿ ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου ἔχουν βάλει τή σωτηρία τους καί ἀγωνίζονται γι᾿ αὐτήν. Ἄν ὅμως σάν ἄνθρωπος νικηθεῖ κανείς ἀπό τόν διάβολο καί πέσει, δέν πρέπει ν᾿ ἀπελπίζεται, ἀλλά νά σηκώνεται καί πάλι ν᾿ ἀγωνίζεται μέχρις ὅτου νικήσει.
Ποτέ μή σκέφτεσαι ὅτι θά ζήσεις πολλά χρόνια, γιατί αὐτό δέν ἐξαρτᾶται ἀπό σένα, ἀλλά ἀπό τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μόνο Ἐκεῖνος πού ὁρίζει χρόνους καί καιρούς, γνωρίζει πότε συμφέρει τήν ψυχή μας γιά νά φύγουμε ἀπό τή ζωή αὐτή. Μήν ἐπιζητεῖς πρόσκαιρα ἀγαθά, γιατί αὐτά φεύγουν καί διαλύονται σάν καπνός. Σκοπός σου νά εἶναι μόνο ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου καί τίποτε ἄλλο.
Γι᾿ αὐτό νά μή γίνεσαι δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Ἡ σκέψη σου νά εἶναι συνεχῶς στή μέλλουσα μακαριότητα καί νά παρακαλεῖς τό Θεό νά σέ κάνει κληρονόμο της.
Πρόσεξε τά νιάτα σου νά τά περάσεις μέ ἀρετές, ὥστε νά ἔχεις καί εὐλογημένα γηρατειά. Ἀκόμη νά προσέξεις νά μή κυριέψει τήν ψυχή σου ἡ ἐπιθυμία τοῦ πλοῦτου, γιατί αὐτή ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό. Πλοῦτος γιά σένα νά εἶναι ἡ ἀρετή. Νά συντρίψεις τήν ἀγάπη πρός τόν κόσμο, ὅπως ἡ ραγδαία καί ὁρμητική βροχή συντρίβει τά δέντρα.
Σ᾿ αὐτούς πού ἔχουν ἀδικήσει, ὅταν ταπεινωθοῦν καί ὁμολογήσουν τό σφάλμα τους, οἱ δικαστές εἶναι ἐπιεικεῖς, ἐνῶ ἐκεῖνοι πού δέν μετανοοῦν περνᾶνε μεγαλύτερα βασανιστήρια. Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν ὁμολογήσεις τίς ἁμαρτίες σου καί ζητήσεις τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, Ἐκεῖνος θά σέ βοηθήσει, ἐνῶ ὅταν ἐπιμένεις στόν ἐγωϊσμό σου θά σέ τιμωρήσει αὐστηρά. Ὅταν ὁ Θεός ἐπιτρέπει καί μᾶς ἔρχονται θλίψεις καί στενοχώριες, νά μήν ἀγανακτοῦμε, ἀλλά νά ὁμολογοῦμε μέ ταπείνωση ὅτι εἴμαστε ἄξιοι τῆς τιμωρίας.
Ἐάν δέν ταπεινωθοῦμε καί δέν αἰσθανθοῦμε τήν ἀρρώστια μας, ὁ Θεός θά μᾶς ἐγκαταλείψει, καί τότε οἱ θλίψεις, οἱ στενοχώριες κι᾿ οἱ πειρασμοί θά εἶναι ἀκόμη πιό βαρεῖς, γιατί δέν θά ἔχουμε τόν Θεό συμπαραστάτη στήν ἄρση τοῦ φορτίου μας.
Εἶναι ἀδύνατο νά διορθωθοῦμε καί νά σωθοῦμε ἄν δέν ταλαιπωρηθεῖ ἡ σάρκα μας. Ἀκόμη πρέπει νά τρέχουμε συχνά στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, γιά νά καθαρίζεται ἡ ψυχή μας.
Ὅταν θέλει κανείς νά προσφέρει ἕνα δῶρο στόν ἐπίγειο βασιλιά, πηγαίνει μέ χαρούμενο πρόσωπο. Κι ὅταν ἔρχεται στόν οὐράνιο Βασιλιά γιά νά τοῦ ζητήσει κάτι, πρέπει νά προσεύχεται μέ δάκρυα στά μάτια.
Ὅπως τό πρόβατο, ὅταν φύγει ἀπό τή μάνδρα καί περιφέρεται ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἔχει φόβο νά πέσει στή φωλιά τῶν λύκων, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού φεύγει ἀπό τή μάνδρα τοῦ Χριστοῦ, ὑπάρχει κίνδυνος νά πέσει στίς παγίδες τοῦ διαβόλου.
Ὅπως ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πάνω του πολύτιμο μαργαρίτη, φοβᾶται μήπως τοῦ τόν κλέψουν οἱ ληστές, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού βαδίζει τόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως πρέπει νά φυλάει μέ πολλή προσοχή τόν μαργαρίτη τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως ὁ ἄνθρωπος σέ ἡμέρα πένθους πίνει πολύ κρασί καί μεθώντας ξεχνάει τόν πόνο του, ἔτσι κι αὐτός πού θά μεθύσει ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό, ξεχνάει ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κόσμου καί σκέφτεται μόνο Ἐκεῖνον καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.
Ἀπό τό βιβλίο:“Ἡ ἄσκηση στή ζωή μας”
Βασισμένο στούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου.

http://www.hristospanagia.gr

Ο τωρινός καιρός είναι καιρός για μετάνοια


Αδελφοί, ο τωρινός καιρός είναι καιρός για μετάνοια. Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος, πού δεν έπεσε καθόλου στα δίχτυα του εχθρού. Μακάριος είναι για μένα κι εκείνος πού έπεσε στα δίχτυα του, αλλά κατόρθωσε να τα σκίσει και να του ξεφύγει όσο βρίσκεται στην παρούσα ζωή. Αυτός, ζώντας ακόμα σωματικά, μπόρεσε να ξεφύγει από τον πόλεμο και να σωθεί, όπως ξεγλιστράει το ψάρι από το δίχτυ. Γιατί το ψάρι, και να πιαστεί, αν σκίσει το δίχτυ και ορμήσει προς το βυθό, όσο βέβαια είναι ακόμα στο νερό, σώζεται. Αν όμως το τραβήξουν στη στεριά, τότε πιά δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του. Έτσι κι εμείς. Όσο είμαστε σ΄ αυτή τη ζωή, έχουμε πάρει τη δύναμη και την εξουσία από το Θεό να σπάσουμε μόνοι μας τις αλυσίδες των θελημάτων του εχθρού, να πετάξουμε το φορτίο των αμαρτιών μας με τη μετάνοια και να σωθούμε, κερδίζοντας τη βασιλεία των ουρανών. Αν όμως μας προφτάσει το φοβερό εκείνο πρόσταγμα, αν η ψυχή χωριστεί από το σώμα και το σώμα μπει στον τάφο, τότε δεν μπορούμε πιά να βοηθήσουμε τον εαυτό μας - όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ψάρι, πού το τράβηξαν απ΄ το νερό και το έκλεισαν μέσα σε δοχείο. Αδελφέ, μην πεις, «Σήμερα αμαρτάνω και αύριο μετανοώ», γιατί δεν έχεις σιγουριά. 
Στον Κύριο ανήκει η φροντίδα για το αύριο.
Αγίου Εφραίμ του Σύρου

Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις


Την ελπίδα της σωτηρίας ποτέ μη χάνης και να βοάς προς τον Θεόν και να κλαις.
Ο Θεός ποτέ δεν παραβλέπει μίαν ψυχήν που θέλει να σωθή και μετανοεί, όσον και αν τραυματίζεται εις τον αγώνα. Γνωρίζει ο Θεός, πόσον ασθενής είναι η φύσις μας.
Πόθεν θα εύρη την δύναμιν ο πηλός να βαστάζη την πίεσιν του νερού, εάν ο Θεός δεν τον ψήση με την χάριν του Αγίου Πνεύματος; Γνωρίζει ως αλάνθαστος οφθαλμός ότι μόλις μας αφήση, πίπτομεν και χανόμεθα.
Δια τούτο δεν μας αφήνει να πειρασθώμεν, όσον ο διάβολος επιθυμεί. Εάν μας άφηνε, συσσώμους θα μας έρριπτε εις την κόλασιν, αλλά ο αγαθός Θεός τον εμποδίζει και τον αφήνει τόσον, όσον δύναται να βαστάξη η κάθε ψυχή. Όσον και αν τραυματισθώμεν εις τον αγώνα, ας μη αποθαρρυνθώμεν, αλλά ας επιμεληθώμεν τας πληγάς μας και ας συνεχίσωμεν τον αγώνα. Βλέποντας ο Θεός τον κόπον μας και την μικράν θέλησιν της σωτηρίας μας, θα μας δώση την νίκην.
Μεγάλον κακόν το να χάση το θάρρος του επάνω εις τον αγώνα ο αγωνιστής, διότι αμέσως ο αντίπαλος ορμά με λύσσαν, ίνα τον νικήση. Δια τούτο, παιδί μου, να δίδης θάρρος εις την ψυχήν σου και να ελπίζης. Θα αποθάνω εις τον αγώνα υπέρ της δόξης του Θεού, να λέγης, παρά να λυπήσω τον Θεόν μου, εγκαταλείποντας τον αγώνα μου εναντίον του διαβόλου.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Εσύ γνωρίζεις τον Ιησού; (μια προσωπική εμπειρία)


Ήταν αργά. Ο χιονιάς με όλο το γινάτι του φυσούσε απειλητικά. Το τσουχτερό κρύο πιρούνιαζε κάθε τι που πέρναγε στον δρόμο. Έκλεισα την κουρτίνα του παραθύρου μου και «ξεκίνησα» να κάνω το μικρό απόδειπνο μιας και είχε προβάλει στον πνευματικό ορίζοντα «η φίλη μου» η Αμέλεια.
Άνοιξα το προσευχητάρι του Σιμώνωφ και πριν προλάβω να πω το “Βασιλεύ Ουράνιε”…
Ντριν! Ντριν! Το τηλέφωνο. Κοίταξα το ρολόι μου, περασμένες ένδεκα. “Ποιος να είναι τέτοια ώρα;” αναρωτήθηκα. Άφησα το προσευχητάρι και σήκωσα το τηλέφωνο.
–Παρακαλώ; Ποιος είναι;
Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου μου ήταν ο ψάλτης της ενορίας μου ο Γιώργος Βητζηλαίος, αδερφικός φίλος και ευσεβής χριστιανός.
–Ιωάννη καλησπέρα και συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, αλλά να, σε πήρα αδερφέ μου να μοιραστώ μαζί σου κάτι συγκλονιστικό!
-Συγκλονιστικό; Σε ακούω λοιπόν…
είπα βαριεστημένα μιας και η ώρα ήταν περασμένη.
-Είχα τελειώσει το φαγητό μου και δεν κατάλαβα πώς, αλλά να, άνοιξα αυτό το ρημάδι το χαζοκούτι. Εκείνη την ώρα είχε μια εκπομπή ριάλιτι, πώς το λένε, και χάζευα δίχως να ξέρω γιατί! Άνδρες και γυναίκες με όμορφα ρούχα, πολύ κέφι και χαμόγελο παρουσίαζαν διάφορα θέματα. Να σου πω φίλε μου, παρασύρθηκα και χωρίς να το καταλάβω είχα πάρει «πρώτη θέση» στην πολυθρόνα μου!
-Καλά βρε Γιώργο, με πήρες νυχτιάτικα να μου πεις ότι έβλεπες ένα ριάλιτι;
-Άκουσε με σε παρακαλώ, δεν θα σε κουράσω!
Και συνέχισε με μια παράξενη σοβαρότητα.
Εκεί που χάζευα το χαζοκούτι, ξαφνικά γέμισε η καρδιά μου με θέρμη. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά το φαινόμενο ολοένα και δυνάμωνε μέσα μου!Υπεραγία Θεοτόκε ψέλλισα… φοβισμένα. Και τότε άρχισα, χωρίς να θέλω, να βλέπω με τα μάτια της καρδιάς! Έβλεπα πράγματα σε άλλη διάσταση, καταλάβαινα νοήματα που ούτε στον ύπνο μου δεν θα τα έβλεπα!
-Δηλαδή τι νοήματα;
-Να, έβλεπα στους παρουσιαστές, σε ένα καλά στημένο σκηνικό, τα χαμόγελα ήταν προσποιητά. Τα πάντα ήταν ένα καλοστημένο έργο! Έβλεπα τις καρδιές τους πλημμυρισμένες από θλίψη και ταυτόχρονα τα πάθη, με προεξάρχον αυτό της φιληδονίας να στέκεται δίπλα τους! Τα μάτια τους ήταν κατακόκκινα, έτοιμοι να ορμήξουν και να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον για το ποιος θα επικρατήσει! Φοβερό! Το ψέμα και η κολακεία διαδεχόταν το ένα το άλλο. Παντού βασίλευε η Υποκρισία!
“Θεέ μου! Πού πάμε;”μουρμούρισα στεναχωρημένος για το θέαμα που έβλεπα μπρος μου, συνειδητοποιώντας πως ήμουν κι εγώ μέσα σε αυτό το έργο! Και τότε άκουσα φωνή να μου λέει…
“Γεώργιε αυτός ο δρόμος είναι της απώλειας. Στην αρχή είναι εύκολος γεμάτος απόλαυση και καλοπέραση αλλά μετά είναι οδυνηρός! Όσο και αν με ψάξεις, δεν θα με βρεις εδώ. Θα είμαι έξω, στον δρόμο, περιμένοντας υπομονετικά μήπως και βγει κάποιος και με αναζητήσει. Να ‘ξερες πόσο χαίρομαι όταν με αναζητούν! Ένα βήμα ανθρώπινο, εκατό εγώ! Γιώργο αν και είμαι δίπλα σας, εντούτοις δεν μπορείτε να με δείτε γιατί δεν με γνωρίζετε! Προσέξτε μήπως έρθω ξαφνικά και δεν με γνωρίσετε!”
Χριστέ μου!!! Φώναξα με όλη μου τη δύναμη! Κάμε έλεος για όλον τον κόσμο! Η αρχική έκπληξή μου είχε μετατραπεί σε θεϊκή κατάνυξη. Η καρδιά μου ένιωθε το νέκταρ της γλυκύτητας του Ιησού. Κατάλαβα πως με αυτόν τον τρόπο ζωής που κάνουμε σίγουρα δεν θα μπορούσα να διακρίνω τον Κύριο μας, απλά γιατί δεν θα τον γνώριζα! Έκλεισα γρήγορα την τηλεόραση και χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισα να την προσφέρω στο πνευματικό κέντρο της ενορίας για τις ανάγκες των κατηχητικών.
Διάβασα την παράκληση της Θεοτόκου και το απόδειπνο με τους χαιρετισμούς, για να δοξολογήσω και να ευχαριστήσω τον Κύριο που με αξίωνε, εμένα τον αμαρτωλό, μιας τέτοιας ουράνιας εμπειρίας.
Είχα γαληνέψει και να, σε πήρα τηλέφωνο για να μοιραστώ μαζί σου τούτο το απρόσμενο για μένα θαύμα.
Καληνύχτα φίλε μου Ιωάννη. Να με συγχωρείς και ο Θεός μαζί μας.
-Παρακαλώ αδελφέ μου, παρακαλώ, καλό ξημέρωμα είπα, μην μπορώντας να κρατήσω τα δάκρυα μου.
Τούτο το τηλεφώνημα δεν ήταν σαν όλα τα άλλα. Δίχως να το πολυσκεφτώ πήρα γρήγορα την απόφαση να γνωριστώ κι εγώ με τον Ιησού. Απόψε η νύχτα ήταν διαφορετική. Είχα πάρει ένα μεγάλο δώρο από τον φίλο μου.
Είχε ανάψει μέσα μου ο θείος πόθος, ο θείος έρωτας. Άναψα κεράκι, θυμιάτισα και άνοιξα το προσευχητάρι.
… Βασιλεύ Ουράνιε Παράκλητε …
ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΝΔΡΗ

Ο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΣ




Ὁ Κύριος λέει σὲ ὅσους θέλουν νὰ εἶναι ἀκόλουθοί Του: 
«Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾽ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι». 
Ἐὰν κανεὶς θέλει νὰ μὲ ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψει κάθε φιλία καὶ σχέση μὲ τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό του κι ἂς πάρει τὴ σταθερὴ ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ἀκόμη καὶ σταυρικὸ θάνατο· καὶ τὴν ἀπόφασή του αὐτὴν ἂς τὴν ἀνανεώνει κάθε μέρα νεκρώνοντας τὰ σαρκικὰ πάθη, κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου (Λουκ. θ΄ 23).
. Παράλληλα χωρία αὐταπαρνήσεως καὶ ἄρσεως σταυροῦ ὑπάρχουν καὶ στὸ κατὰ Ματθαῖον (βλ. Ματθ. ιστ΄ [16] 24) καὶ στὸ κατὰ Μᾶρκον ἱερὸ Εὐαγγέλιο (βλ. Μάρκ. η΄ 34). Ἀλλὰ μᾶς κάνει ἐντύπωση ὅτι στὸ κατὰ Λουκᾶν ἱερὸ Εὐαγγέλιο προστίθεται ἡ φράση «καθ᾽ ἡμέραν». Ὁ Κύριος κάνει λόγο γιὰ καθημερινὸ σταυρό, τὸν ὁποῖο καλούμαστε νὰ σηκώνουμε καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε μιμούμενοι τὸ παράδειγμά Του.
. Λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὅτι ὁ Κύριος εἶναι «ὁ πρῶτος σταυροφόρος καὶ τῶν ἀθλητῶν ἁπάντων πρωταθλητής». Προχωρεῖ ὁ Ἴδιος μπροστὰ καὶ μᾶς δίνει τὸν ρυθμὸ καὶ τὸ βῆμα. Μὲ τί ἀποφασιστικότητα βάδιζε πρὸς τὸν θάνατο! Στύλωσε τὰ μάτια Του στὸ βάθος τοῦ δρόμου καὶ προχωροῦσε μὲ θαρραλέα ἀπόφαση καὶ βῆμα σταθερό. «Ἐστήριξε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. θ΄ 51).
. Κι ἐμᾶς μᾶς καλεῖ, ἂν θέλουμε, νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε, νὰ ἀπαρνηθοῦμε τὸν παλαιὸ ἑαυτό μας, νὰ σηκώνουμε τὸν καθημερινὸ σταυρό μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν ἀκολουθοῦμε. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι…»!
. Ἡ κάθε ἡμέρα ἔχει τὸν δικό της σταυρό. Δὲν ξέρουμε τί μπορεῖ νὰ μᾶς παρουσιάσει. Μπορεῖ νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐξωτερικοὺς ἢ ἐσωτερικοὺς πειρασμούς. Ἂς εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ τοὺς ὑπομείνουμε. Μπορεῖ νὰ μᾶς παρουσιάσει ἀσθένειες, θλίψεις καὶ δυσκολίες ἀνα­πάντεχες. Ἂς εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ τὶς ἀντιμετωπίσουμε. Μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας νὰ ἐκδηλωθοῦν πάθη, ἀδυναμίες, ἐλαττώματά μας. Ἂς εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ τὰ πολεμήσουμε. Ἡ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου εἶναι καθημερινὸς σταυρὸς ποὺ καλούμαστε νὰ τὸν σηκώνουμε. Μπορεῖ ὡς χριστιανοὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν ὀνειδισμὸ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου. Ἂς εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ παίρνουμε ἐπάνω μας τὸν ὀνειδισμὸ τοῦ Χριστοῦ (Ἑβρ. ιγ΄ [13] 13), ἕτοιμοι νὰ περιφρονηθοῦμε γι’ Αὐτόν, ὅπως ἀτιμάσθηκε καὶ περιφρονήθηκε Ἐκεῖνος. Μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας νὰ παρουσιασθοῦν καθήκοντα, ὑποχρεώσεις ποὺ χρειάζονται αὐταπάρνηση καὶ κόπο γιὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν. Ἂς εἴμαστε ἀποφασισμένοι νὰ τὰ ἐπιτελέσουμε μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό, χωρὶς νὰ γογγύζουμε. Μπορεῖ νὰ αἰσθανόμαστε κουρασμένοι καὶ νὰ θέλουμε λίγο νὰ χαλαρώσουμε, νὰ ξεκουρασθοῦμε, παραλείποντας τὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς ποὺ ἀκολουθοῦμε. Ἂς μὴν ὑποχωροῦμε στὴν ἀδυναμία τῆς σάρκας. Ὅ,τι δὲν γίνεται στὴν ὥρα του, συνήθως δὲν γίνεται ποτέ. Ἂς μὴν παραλείπουμε τὴν προσευχή, τὴν πνευματικὴ μελέτη, τὴν παρακολούθηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Τότε βαδίζουμε τὴ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδό. Μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας νὰ συνεργασθοῦμε μὲ δύστροπους ἀνθρώπους. Ἂς ἔχουμε τὴ διάθεση νὰ τοὺς «οἰκονομήσουμε». Τότε σηκώνουμε τὸν σταυρό μας.
. Μὲ δυὸ λόγια ἡ ἔννοια τοῦ στίχου εἶναι νὰ συνηθίσουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ κάθε περίσταση νὰ ἀνταποκρίνεται στὸ καθῆκον τῆς στιγμῆς. Νὰ δείχνουμε τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν ὑπομονὴ ποὺ χρειάζεται. Νὰ δίνουμε καλὲς ἐξετάσεις τὴν ὥρα τοῦ καθήκοντος, ἀκολουθώντας τὸν Κύριο «ὅπου ἂν ὑπάγῃ» (Ἀποκ. ιδ΄ [14] 4). Νὰ ἀνανεώνουμε καθημερινῶς τὴν ἀπόφαση τῆς ἄρσεως τοῦ σταυροῦ μας. Νὰ σταυρώνουμε «τὸν ἐν ἡμῖν παλαιὸν ἄνθρωπον» καὶ νὰ ζοῦμε «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Νὰ κόβουμε τὸ δικό μας θέλημα καὶ νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τότε σηκώνουμε τὸν σταυρό μας.
. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ λιποψυχήσει κανεὶς καὶ πεῖ: «Κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα τῆς ζωῆς μας, ὅλο σταυρὸ θὰ σηκώνουμε;», ὀφείλουμε νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὁ σταυρὸς εἶναι ἡ μία ὄψη τοῦ νομίσματος. Ὅσοι ἐθε­λοντικὰ γίνονται σταυροφόροι καὶ ἀκολουθοῦν τὸν Χριστό, αἰσθάνονται συν­οδοιπόρο τὸν Σταυροφόρο τῶν αἰώνων, ὁ Ὁποῖος δὲν τοὺς ὁδηγεῖ μόνο στὸ σταυρό, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάσταση! Γίνον­ται μέτοχοι ὄχι μόνο στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ δόξα Του! Θὰ χαίρονται τὴ ζωή τους στὸν κόσμο τοῦτο, ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ δύσκολες καὶ στενόχωρες καταστάσεις. Καὶ θὰ ἀπολαμβάνουν τὰ ἄρρητα κάλλη τοῦ Παραδείσου στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!

Ένα κείμενο που πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα όσοι αυτόν τον καιρό πιέζονται από θλίψεις, όσοι απελπίζονται και νιώθουν απόγνωση

Ο άγιος Γρηγόριος ερμηνεύει και αυτή τη διήγηση με την αναγωγική μέθοδο. Ιστορικά αυτή αποτελεί έκθεση του θαύματος της ηρέμησης των κυμάτων, ηθικά όμως υποδηλώνει την μέσω των πειρασμών τελειοποίηση της πίστεως, ενώ αναγωγικά παριστάνει τη δυσκολία του έργου των Αποστόλων στον εθνικό κόσμο.
Ο Ιησούς Χριστός ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να μεταβούν στην απέναντι όχθη πριν από αυτόν. Αφού έθρεψε προηγουμένως σωματικά τις πέντε χιλιάδες, αποστέλλει τώρα τους μαθητές στην τρικυμιώδη θάλασσα των Εθνικών, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, αντιμετωπίζοντας παντός είδους πειρασμούς.
Η γνησιότητα της πίστεως στον Θεό χαρίζει υπομονή στους πειρασμούς, και αυτή πάλι τελειοποιεί την πίστη. Οι άνθρωποι βέβαια λυπούνται για τους πειρασμούς, που έπρεπε να χαίρονται, και «παρ’ εμού», λέγει ο ομιλητής, «ταύτην μάλιστα ζητείτε την άνεσιν των σωματικών πειρασμών, ης εγώ μάλλον καταφρονήσας προς ύμας ήλθον συμπάσχειν υμίν αιρούμενος». Ήταν περίοδος θλίψεως των Θεσσαλονικέων, πιθανώς λόγω πολιορκίας».
«Η Άλλη Όψις»
1. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγει, «να το θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη χαρά εάν περιπέσετε σε διάφορους πειρασμούς». Δεν είπε απλώς να "χαίρεσθε", αλλά «να το θεωρήσετε μεγάλη χαρά», παραινώντας όχι να είναι κανείς αναίσθητος προς τα οδυνηρά πράγματα, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισηγείται να θεωρεί επικρατέστερο τον θεάρεστο λογισμό. Είπε, «κάθε χαρά», δηλαδή τέλεια, μέγιστη, ανελλιπή, και μάλιστα όταν οι πειρασμοί είναι ποικίλοι. Γιατί; Επειδή με την υπομονή των πειρασμών γυμναζόμαστε και γινόμαστε και δοκιμώτεροι στα σχετικά με τον Θεό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αναγνωριζόμαστε ως ευδόκιμοι. Γιατί αυτό λέγει και η Σοφία Σολομώντος για τους αγίους· «ότι υπέβαλε ο Θεός αυτούς σε δοκιμασίες και τους βρήκε άξιους του εαυτού του».
Αρα λοιπόν δεν είναι γι' αυτούς ο πειρασμός αυτός άξιος κάθε χαράς; Αυτό αφού είπε και ο Θεός προς τον Ιώβ, τον απάλλαξε από τη λύπη για τον πειρασμό, λέγοντας· «νομίζεις ότι για άλλο λόγο σε μεταχειρίσθηκα έτσι, και όχι για να αποδειχθείς δίκαιος;». Τί ήθελε να του πει με αυτό; Σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου προς εμένα, σε ευεξία, σε καλή φήμη και ευπορία, και φάνηκες δίκαιος, συμπεριφερόμενος ως προς αυτά σύμφωνα με το θέλημά μου, προς εμένα που σου τα πρόσφερα, διαχειριζόμενος και διοικώντας αυτά όπως εγώ ήθελα· σε μεταχειρίσθηκα έτσι, για να δοκιμάσω την πίστη σου σε μένα, σε καχεξία, σε αδοξία, σε απορία, και φάνηκες δίκαιος, λέγοντας· «αν δεχθήκαμε τα αγαθά από τα χέρια τού Κυρίου, τα κακά δεν θα τα υπομείναμε;».
2. Από πού λοιπόν προέρχεται η υπομονή στους πειρασμούς; Από τη γνησιότητα της πίστεως στον Θεό. Ώστε οι πειρασμοί είναι μέσα δοκιμασίας των πιστών. Γι' αυτό ο αδελφός τού Κυ­ρίου Ιάκωβος, αφού μας παρήγγειλε να χαιρόμαστε όταν περιπέσομε σε πειρασμούς, πρόσθεσε· «η δοκιμασία της πίστεώς σας επεξεργάζεται υπομονή, και η υπομονή», λέγει, «ας έχει έργο τέλειο». Κανένα, λέγει, από τα έργα της αρετής να μη κολοβώ­σεις, περιερχόμενος σε μαλθακότητα από την επίθεση των πειρα­σμών, αλλά μαζί με την υπομονή ας υπάρχει σε σένα και η τελειό­τητα της αρετής. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει την τελείωσή του μόνο με τα ακούσια, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα εκούσια, που είναι η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη προς τον Θεό και αναμεταξύ μας, και τα όσα ακολουθούν αυτήν, γιατί και αυτά μας χρειάζονται για την τελείωση, γι' αυτό ο θείος αυτός απόστολος γράφοντας προς εμάς προσθέτει· «και η υπο­μονή ας έχει τέλειο έργο, για να είσθε τέλειοι και ολόκληροι, χω­ρίς να υστερείτε σε τίποτε», εννοώντας αυτό ακριβώς, ότι, αν θέλετε να δείχνετε τέλεια την προς τον Θεό πίστη σας, όχι μόνο να υποφέρετε γενναία πάσχοντας εξωτερικά, αλλά και οι ίδιοι από μόνοι σας να πράττετε τα θεάρεστα, έστω και αν είναι επίπονα· γιατί η πράξη και το πάθος, όταν συνεργάζονται μεταξύ τους για το αγαθό, παρέχουν στον άνθρωπο την κατά Θεόν τελείωση.
3. Πώς όμως δεν είπε, "να χαίρεσθε όταν πράττετε την αρετή", αλλά «όταν είσθε σε πειρασμούς»; Γιατί το να ασκούμε την αρετή εξαρτάται από μας και βρίσκεται στην εξουσία μας, το να περιπέσομε όμως στους πειρασμούς δεν εξαρτάται από μας. Επειδή όμως χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τελείωση ή φανέρωση τής προς τον Θεό πίστεως, εκείνος που τρέχει προς την τελείωση τής πίστεως, όταν περιπέσει σε πειρασμούς, θα χαρεί που βρήκε το μέσο με το οποίο θα επιπετύχει την τελείωση. Γιατί στους τέλειους ως προς την πίστη για τη φανέρωση της τελειότητάς τους συμβάλλουν ωφέλιμα οι πειρασμοί, το πλέον θαυμαστό όμως είναι ότι όταν συμβεί να ρθουν τελειοποιούν και τους ατελείς, πράγμα που γίνεται φανερό και από τα λόγια τού ευαγ­γελίου που αναγνώσθηκε σήμερα.
4. Ας τα παρουσιάσομε όμως αυτά από την αρχή στην αγάπη σας. «Τον καιρό εκείνο ανάγκαζε ο Ιησούς τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να τον μεταφέρουν στην απέναντι όχθη, μέχρις ότου απολύσει τα πλήθη, και αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί ιδιαιτέρως». Και ερω­τούμε· ποιόν «εκείνον τον καιρό»; Όταν έθρεψε πέντε χιλιάδες ανθρώπους, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά, με πέντε άρτους και δύο ψάρια, και χόρτασαν τόσο πολύ, ώστε να γεμίσουν και δώδεκα κοφίνια με τα περισσεύματα των κλασμάτων, όπως ακούσαμε στις εκκλησίες την περασμένη Κυριακή (Την ογδόη Κυριακή Ματθαίου 14, 14-22).
5. Θα μπορούσε ίσως να απορήσει κανείς, για ποιο λόγο ανά­γκαζε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο. Μπορούμε βέβαια να πούμε, ότι προγραμμάτιζε και τα στη συνέχεια, σπεύδοντας προς τα έργα τα οποία ήρθε να τελέσει πάνω στη γη. Εγώ όμως, γι' αυτό θα απορούσα, αν δεν τους ανάγκαζε. Επειδή δηλαδή εκεί­νος ήθελε να προβάλει σε όλους τον εαυτό του με τα έργα υπό­δειγμα κάθε καλού, έδειξε βέβαια πως πρέπει κανείς να συνανα­στρέφεται τα πλήθη προς ωφέλεια των ψυχών και των σωμάτων, υπολειπόταν όμως να δείξει και πως πρέπει συνευρίσκεται με τον Θεό, το να προσηλώνει δηλαδή το νου του σ’ αυτόν απαλ­λαγμένο από όλα τα επίγεια· πολύ βέβαια συμβάλλει σ’ αυτό η μόνωση και ερημία και η κατ’ αυτήν ησυχία. Επειδή λοιπόν ήταν καιρός να διδάξει και αυτό, ότι είναι καλό η ερημία και ηρεμία, η προσευχή και η μόνωση, και γι' αυτό έπρεπε να ανεβεί στο όρος, ώστε να προσευχηθεί μόνος, και οι μαθητές επιθυ­μούσαν να είναι μαζί τους αδιάκοπα, και δύσκολα δέχονταν ν’ αποσπασθούν από εκείνον, πώς θα ανέβαινε μόνος στο όρος αν δεν τους ανάγκαζε να μπουν στο πλοίο και να το οδηγήσουν στην απέναντι όχθη;
6. Πρέπει όμως να προσέξομε εδώ και κάτι άλλο· όπως δηλαδή τώρα, αφού θεράπευσε και δίδαξε και έθρεψε το πλήθος με θαυ­μαστό τρόπο, απολύοντάς τους και ανεβαίνοντας στο όρος, ανά­γκασε τους μαθητές να παραδώσουν τους εαυτούς τους στη θά­λασσα και στα κύματα, έτσι ύστερα, αφού με την ενανθρώπησή του θεράπευσε τη φύση μας, τη δίδαξε και την έθρεψε με τον εαυ­τό του, αφήνοντάς μας σωματικά και ανεβαίνοντας στον ουρανό, έστειλε τους μαθητές σ’ όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια στην αλμυ­ρή, επειδή είναι γεμάτη από πειρασμούς, θάλασσα των εθνικών, σαν με σκάφος, με το ευαγγέλιο και την κατ’ αυτό Εκκλησία, με το οποίο παραδόθηκαν στους πειρασμούς. Και όχι μόνο τους έστειλε, αλλά και τους ανάγκασε. Εάν κάποιος γνωρίζει τα σχετικά με τον Ιωάννη τον αγαπημένο από τον Χριστό θεολόγο, εάν κάποιος γνωρίζει γιατί επιτράπηκε η σχετικά με τον θάνατο του Στεφάνου θλίψη και ο διωγμός που ακολούθησε εκείνην, θα καταλάβει τί εννοώ· πράγματι δεν ήθελαν οι Απόστολοι να βγουν από τα Ιε­ροσόλυμα, αλλ' επειδή αναγκάσθηκαν από τον διωγμό, διασπάρθηκαν στον κόσμο, και έτσι εκπλήρωσαν την αποστολή.
7. Και δεν αναγκάσθηκαν απλώς να διαπλεύσουν την κοσμική θάλασσα, μέσα στην οποία υπάρχει κάθε θλίψη και κάθε είδος πειρασμού, αλλά και να προχωρήσουν πέρα από αυτήν, δηλαδή να νικήσουν και να βρεθούν πέρα από τους πειρασμούς με τη νίκη. Όμως δεν το κατόρθωσαν χωρίς τον Ιησού· γιατί λέγει· «το πλοίο ήδη βρισκόταν στο μέσο της θάλασσας βασανιζόμενο από τα κύματα· γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος». Δεν ήταν τότε περισ­σότερο αντίθετος σ’ αυτούς ο άψυχος άνεμος, όσο ήταν ο Δομετιανός και ο Τραϊανός και ο Νέρων αργότερα· ή καλύτερα αυτοί βέβαια και οι παρόμοιοι είναι άγρια κύματα εγειρόμενα φοβερά εναντίον τής Εκκλησίας, ενώ ο αντίθετος άνεμος που τους τα­ρακουνά και τους αναστατώνει είναι το πνεύμα της πονηρίας, ο αντικείμενος για πάντα στην Εκκλησία του Χριστού διάβολος. «Κατά την τέταρτη όμως», λέγει «φυλακή της νύχτας πήγε προς αυτούς ο Ιησούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα», δηλαδή μετά την ένατη ώρα της νύχτας· γιατί οι νυχτοφύλακες συνήθιζαν να διαιρούν το διάστημα της νύχτας σε τέσσερα διαδοχικά τμή­ματα, ώστε, σύμφωνα με τις ισημερίες, η αρχή της τέταρτης φυ­λακής να είναι αρχή της δέκατης ώρας της νύχτας.
8. Τους αφήνει βέβαια τόση ώρα να βασανίζονται από την τρικυμία, για να τους ασκήσει στην υπομονή και να τους κατα­στήσει καρτερικούς. Αλλά και μετά από αυτό αφού εμφανίσθη­κε σ’ αυτούς, τους επιτρέπει να τον νομίσουν φάντασμα και να φοβηθούν τόσο, ώστε από φόβο να κραυγάσουν, αν και πήγε για να τους σώσει. Αυτό βέβαια θα μπορούσες να δεις και στην περίπτωση του παλαιού εκείνου λαού· όταν δηλαδή επρόκειτο να σχισθεί κατά τρόπο παράδοξο η θάλασσα στη μέση και να τους προσφέρει δρόμο σωτηρίας, τότε νόμιζαν ότι διατρέχουν τον έσχατο κίνδυνο, γιατί με την κατοπινή κύκλωση των εχθρών περισφίχθηκαν από άφευκτα κακά. Και τώρα κατά την παρουσία του πριν από την απαλλαγή από τα δαιμόνια που τους κατείχαν έκανε την εμφάνιση ο σφοδρός συνταραγμός των ελευθερουμένων· γιατί έτσι οι ευεργεσίες γίνονται όχι μόνο αγα­πητές, αλλά και μόνιμες στη μνήμη εκείνων που ευεργετήθη­καν. Και εμφανίζεται σ’ αυτούς τη στιγμή βέβαια που στην τρι­κυμία εκείνη επικαλούνταν τον Θεό των όλων, για να δείξει ότι αυτός είναι ο υπεράνω όλων Θεός που δίνει χέρι βοήθειας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται. Περπατά επίσης πάνω στα κύμα­τα, ενώ η θάλασσα ήταν αγριεμένη, για να δείξει ολοκάθαρα, ότι αυτός είναι σύμφωνα με την προφητεία που βαδίζει πάνω στη θάλασσα σαν πάνω στο έδαφος, προς τον οποίο λέγει και ο Δαβίδ προφητικά· «οι δρόμοι σου είναι στη θάλασσα και τα μονοπάτια σου στα άφθονα ύδατα», και, «συ εξουσιάζεις τη δύναμη της θάλασσας, και συ καταπραΰνεις τον σάλο των κυ­μάτων της», πράγμα βέβαια που έκαμε αργότερα· γιατί μόλις τότε τους είδε φοβισμένους, επειδή δεν τον γνώρισαν, άλλωστε ήταν και νύχτα, μίλησε αμέσως προς αυτούς, γνωστοποιώντας τον εαυτό του από τη φωνή και λέγοντας· «εγώ είμαι, μη φο­βάσθε». Εγώ είμαι, εγώ που είμαι Θεός πάντοτε και τελευταία έγινα άνθρωπος για χάρη σας, βλεπόμενος και ακουόμενος και έχοντας τη δύναμη να κάνω τα πάντα· γι’ αυτό και βαδίζω με το σώμα πάνω στα κύματα και μπορώ να δώσω και στους άλλους τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι όταν ο Πέτρος είπε προς αυτόν, «Κύριε, αν είσαι συ, δώσε εντολή να ρθω προς εσένα περπατώ­ντας πάνω στα ύδατα», πρόσταξε και έγινε.
9. Αλλά ας επαναφέρομε τον λόγο στην προηγούμενη σειρά του, σύμφωνα με την οποία λέγαμε μεταφορικά, ότι οι μαθητές στάλθηκαν στην κοσμική θάλασσα των εθνών, καθώς ο Κύριος ανέβαινε στο ουράνιο ύψος σαν σε όρος και εκεί πρόσφερνε ασφαλώς τις ευχές για χάρη μας, σαν αρχιερέας που έγινε και εισήλθε στα ενδότερα του παραπετάσματος, «για να εξιλεώνει», σύμφωνα με τον απόστολο, «τις αμαρτίες του λαού». Οι μαθητές λοιπόν που στάλθηκαν στην απέναντι όχθη, δηλαδή να νι­κήσουν και να ξεπεράσουν τους πειρατές, δεν νίκησαν ολο­κληρωτικά· γιατί ο αντικείμενος είναι ενεργής ακόμη και τα έθνη επιτίθενται με μανία εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Κατά την τέταρτη όμως φυλακή της νύχτας, δηλαδή μετά τον φυσικό νόμο, μετά τον γραπτό νόμο, μετά την πρώτη παρουσία του Κυρίου και τον νόμο της χάριτος που δόθηκε κατ’ αυτήν, θα έρθει οπωσδήποτε ο καιρός τής δευτέρας παρουσίας του Χριστού, που αναλογεί ακριβώς στην τέταρτη φυλακή της νύχτας. Τότε θα έρθει ο Κύριος καταπατώντας και καταργώντας και υποδουλώνοντας κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη· γιατί πρό­κειται να καταργήσει περίλαμπρα και να καταπατήσει τα κύμα­τα που ξεσηκώνονται άγρια εναντίον της Εκκλησίας του.
10. Γιατί θυμόσαστε, ότι ο λόγος υποδήλωνε μεταφορικά με τα κύματα που κινούνται και ξεσηκώνονται από το αντικείμενο πνεύμα, τους άρχοντες του κόσμου· και για να παραλείψω την εξέταση των ενδιάμεσων λεπτομερειών, όταν ανέβηκαν αυτοί στο πλοίο και ο Ιησούς και ο Πέτρος που είχε μεταβεί προς αυτόν από το πλοίο, κόπασε ο άνεμος και αφού πέρασαν απέναντι, έφτασαν στην ξηρά. Και πράγματι, όταν ο Κύριος και όλοι οι άγιοι που θα φύγουν από κοντά μας, τους οποίους υποδήλωσε ο Πέτρος, παραβρεθούν μαζί με μας κατά τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, τότε το νοητό αντικείμενο πνεύμα θα καταργηθεί τελείως και εμείς, αφού περάσομε την πολυκύμαντη θάλασσα του βίου, θα εισέλθομε στη γη των πράων, απ’ όπου έχει δραπετεύσει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. «Οι ευρισκόμενοι τότε στο πλοίο», λέγει, πήγαν και προσκύνησαν τον Ιησού, λέγοντας· Αληθινά είσαι Υιός του Θεού». Και τότε βέβαια «κάθε γόνατο θα λυγίσει των επουρανίων και των επιγείων και καταχθονίων και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει, ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χρι­στός προς δόξα τού Θεού Πατέρα».
11. Αλλά αφήνοντας την αλληγορική ερμηνεία, ας θυμηθούμε την αρχή των λόγων μας. Και αυτή ήταν, ότι οι πειρασμοί όταν έρχονται δεν ωφελούν μόνο τους τέλειους στην πίστη, όπως τον Ιώβ και τον Πέτρο και τον Παύλο και τους ομοίους, αλλά και τελειοποιούν τους ατελείς. Γιατί εδώ όχι μόνο ο Πέτρος, ούτε μόνο οι άλλοι μαθητές, που ήταν και αυτοί ατελείς ακόμη, αλλά και όλοι που ήταν πάνω στο πλοίο, τόσο πολύ ωφελήθηκαν στην πίστη από εκείνον τον πειρασμό, ώστε προσήλθαν και προσκύνη­σαν τον Ιησού και είπαν προς αυτόν· «αληθινά είσαι Υιός τού Θεού». Αρα λοιπόν καλώς λέγει ο απόστολος που αναφέραμε στην αρχή· «μακάριος είναι ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί, αφού αποδειχθεί άξιος, θα λάβει το στεφάνι της ζωής».
12. Δεν θέλω όμως, αδελφοί, να αγνοείτε ότι το είδος των πειρασμών είναι διπλό. Αλλά δεν εννοώ τώρα αυτό, ότι οι πειρασμοί δίνονται στους ανθρώπους λόγω ηδονής και οδύνης λόγω υγείας και νόσου, λόγω δόξας και αδοξίας, λόγω ευπορίας και απορίας, από τους οποίους πολύ χειρότεροι είναι οι διδόμενοι λόγω ηδονής και υγείας λόγω δόξας και ευπορίας· συμβαίνει βέβαια και αυτό, αλλά τώρα δεν σας ομιλώ γι’ αυτό το είδος των πειρασμών. Αλλά ποιά θέλω τώρα να γνωρίσετε; Προσέξτε και θα μάθετε. Αυτός ο μέγας Ιάκωβος, ο κατά σάρκα καλούμενος αδελφός του Κυρίου, εξαιτίας τής κατά θεία οικονομία μνηστείας του Ιωσήφ με την Παρθενομήτορα Μαρία, αφού είπε, «να χαίρεσθε όταν περιπέσετε σε ποικίλους πειρασμούς», και ότι «είναι μακάριος ο άνθρωπος που υπομένει πειρασμό, γιατί θα λάβει το στεφάνι της ζωής», έπει­τα, όπως αν έλεγε κάποιος σ’ αυτόν, και όμως υπάρχουν κάποιοι που βλασφημούν στους πειρασμούς, άλλοι που απελπίζονται τε­λείως, άλλοι που περνούν και θηλειά στον εαυτό τους, και αν ο πειρασμός είναι από τους έμφυτους και σαρκικούς, από θυμό ίσως ή επιθυμία, άλλοι πολλές φορές περιέπεσαν σε φόνους, και άλλοι παρέδοσαν τους εαυτούς τους στην ακολασία· πώς λοιπόν ο πει­ρασμός προέρχεται από τον Θεό και είναι πρόξενος στεφάνων; Σα να απολογείται προς αυτούς που τα λέγουν αυτά ο Ιάκωβος προσθέτει· «κανένας που δέχεται πειρασμό να μη λέγει, πειράζο­μαι από τον Θεό· γιατί αυτός δεν πειράζει κανένα· γιατί ο Θεός είναι απείραστος από τα κακά». Πειρασμό εδώ λέγει το κακό, δηλαδή την αμαρτία, και το να περιπέσει κανείς σ’ αυτήν, από την οποία έμεινε απείραστος και ο Χριστός, αν και βέβαια πειράσθηκε αλλιώς· γιατί λέγει· «από όσα έπαθε με τον πειρασμό που υπέμεινε, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται»· αλλά και μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ανέβηκε στο όρος για να πειρασθεί σύμφωνα με τούς λόγους του ευαγγελίου.
13. Ώστε πειρασμοί λέγονται και τα λυπηρά που επέρχονται στους ανθρώπους απ’ έξω και προσβάλλουν το σώμα, και η ίδια η προσβολή του εχθρού, αν και είναι ανεύθυνος, αφού και τον Κύριο τον πρόσβαλε πειράζοντάς τον. Πειρασμοί λέγονται και οι αμαρτίες, κατά τις οποίες, όπως λέγει ο ίδιος ο Ιάκωβος, «καθέ­νας μας πειράζεται παρασυρόμενος και δελεαζόμενος από τη δική του επιθυμία· γιατί η επιθυμία», λέγει, «όταν συλλάβει το θύμα γεννά την αμαρτία, και η αμαρτία όταν πραγματοποιηθεί γεννά τον θάνατο». Ποιόν θάνατο; Τον αιώνιο, που είναι ο εξαι­τίας της αμαρτίας χωρισμός του Θεού από την ψυχή. Αυτόν βέ­βαια τώρα από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια τον ακολούθησε και ο θάνατος του σώματος, τότε όμως, στον μέλλοντα αιώνα, για εκείνους που δεν μετανόησαν εδώ θα ακολουθήσει η αφόρητη και χωρίς τέλος κόλαση της ψυχής και του σώματος, αφού κατα­δικασθούν δίκαια από εκείνον που μπορεί να καταστρέψει στη γέεννα του πυρός και ψυχή και σώμα.
14. Αυτόν τον πειρασμό ας τον αποφύγομε με όση δύναμη έχομε, αδελφοί· γιατί το να τον αποφύγομαι βρίσκεται στη δική μας εξουσία. Γι’ αυτό να λυπηθούμε, όταν δούμε τους εαυτούς μας να έχουν περιπέσει σ’ αυτόν. Εάν λυπηθούμε γι’ αυτό όσο χρειάζεται, θα προετοιμάσομε τον εαυτό μας για μετάνοια αμεταμέλητη προς σωτηρία. Αυτόν τον πειρασμό έρχομαι και εγώ τώρα να αφαιρέσω από σάς, όχι αυτόν που πρόσκαιρα μόνο ζημιώνει και βλάπτει, αλλά εκείνον που βλάπτει αιώνια. Γιατί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, του οποίου εμείς είμαστε διάκονοι με τη χάρη του, είναι αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, όχι των πρόσκαιρων, και εισήλθε με το αίμα του στα αληθινά άγια, αφού πέτυχε για μας λύτρωση όχι πρόσκαιρη, αλλά αιώνια· αυτήν ερχόμαστε και εμείς να σας προσφέρομε, αν πείθεσθε, την αιώνια απολύτρωση, των ψυχικών πειρασμών, και όχι των σω­ματικών γιατί σύμφωνα με τον απόστολο, τα όπλα μας δεν είναι σαρκικά, αλλά δυνατά με τη χάρη του Θεού προς καθαίρεση οχυρωμάτων, όχι των αισθητών, αλλά των κατασκευασμένων ενα­ντίον μας από τον νοητό εχθρό.
15. Σεις όμως μου φαίνεσθε ότι ούτε αντιλαμβάνεσθε ούτε ζη­τείτε την απολύτρωση των ψυχικών πειρασμών γιατί λυπείσθε για εκείνους τους πειρασμούς κυρίως, για τους οποίους έπρεπε να χαίρεσθε, καθόσον, αν θέλομε, μας προξενούν την αιώνια απολύτρωση, και από μένα αυτήν κυρίως ζητείτε, την εξάλειψη των σωματικών πειρασμών την οποία καταφρονώντας εγώ οπωσδή­ποτε, ήρθα προς εσάς, προτιμώντας να πάσχω μαζί με σας. Και βέβαια, αν λυπούμαστε περισσότερο για τις αμαρτίες μας, παρά για τα βλαβερά που μας συμβαίνουν, όχι μόνο η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια απολύτρωση θα είναι μαζί μας, αλλά και η απολύτρωση των πρόσκαιρων πειρασμών. Γιατί από πού άραγε έγινε οδυνηρός και γεμάτος από στεναγμούς, φιλοπόλεμος και γεμάτος από συμφορές για μας ο βίος; Δεν έγινε από το ότι με την παράβαση της εντολής ρίξαμε τον εαυτό μας στον απαγορευμένο πειρασμό, δηλαδή την αμαρτία; Αν λοιπόν καθαρίσομε τώρα τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία με τη μετάνοια, και εδώ θα υποστούμε μετριώτερους πειρασμούς, και στον κατάλληλο καιρό θα επιστρέψομε στον απαλλαγμένο από τη λύπη και τους πειρα­σμούς βίο.
16. Αφού λοιπόν επαναφέρομε τον εαυτό μας προς τον σωτήριο αυτό λογισμό, να μη λυπούμαστε και στενοχωρούμαστε για τις σωματικές μάλλον προσβολές, αλλά για τις ψυχικές ζημίες, που είναι πραγματικά πειρασμοί και άξιοι αληθινά λύπης, ώστε να λέμε και προς τον Θεό όπως ακριβώς μας δίδαξε, «μη μας βάλεις σε πειρασμό», τον απαγορευμένο και υπεύθυνο οπωσδήποτε πει­ρασμό, «αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό, γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων». Γένοιτο.
(Πηγή: Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Περί Αγίου Πνεύματος διδασκαλία του Μεγάλου Φωτίου

Δεσποίνης Δ. Κοντοστεργίου, Ανάτυπο από τόν Τόμον Πρακτικά ΙΕ΄ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Μέγας Φώτιος», Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 251-267
 
Παναγιώτατε,
Κύριε Πρόεδρε,
Σεβαστοί Κύριοι Σύνεδροι.
Επιτρέψατε μοι πρωτίστως να αναπέμψω θερμάς ευχαριστίας εις τον Πανάγαθον Θεόν, ο οποίος με αξιώνει και εφέτος να ανέλθω εις το ιερόν τούτο βήμα και να συμμετάσχω με τας ευλογίας Σας, Παναγιώτατε, εις το ΙΕ' Θεολογικόν Συνέδριον, το οποίον είναι αφιερωμένον εις τον λαμπρόν φωστήρα και διδάσκαλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εις τον Μέγαν Φώτιον.
Το θέμα το οποίον εν συντομία θα αναπτύξωμεν, είναι «η περί Αγίου Πνεύματος διδασκαλία του Μεγάλου Φωτίου», η οποία περιλαμβάνεται, τόσον εις το περισπούδαστον έργον του Αγίου Πατρός με τίτλον «Φωτίου Πατριάρχου λόγος, περί της του Αγίου Πνεύματος μυσταγωγίας» και υπότιτλον «ότι ώσπερ ο Υιός εκ μόνου του Πατρός ιερολογείται γεννάσθαι, ούτως και το Πνεύμα το ’γιον εκ μόνου και του αυτού αιτίου θεολογείται εκπορεύεσθαι· λέγεται δε του Υιού είναι ως ομοούσιον και αποστελλόμενον δι' Αυτού» (1) , όσον και εις την Εγκύκλιον Επιστολήν αύτοΰ «προς τους της 'Ανατολης αρχιερατικούς θρόνους...» (2) , καθώς και εις τας άλλας έπιστολάς του.
Η κυρία αιτία, ήτις ηνάγκασε τον Μέγαν Φώτιον να ασχοληθή με το θέμα τούτο, κατά τα τελευταία 8 έτη της ζωής του και να συγγράψη τα ανωτέρω έργα του, ήτο η παραχάραξις και αλλοίωσις εν τη Δύσει του ιερού Συμβόλου της πίστεως Νίκαιας - Κωνσταντινουπόλεως, δια της προσθήκης του Filioque και η εξέγερσις των Ορθοδόξων κατά της προσθήκης ταύτης. Το Filioque α πέβη εν από τα κυριώτατα αίτια του Σχίσματος της Δυτικής Εκκλησίας της Ανατολής, η οποία το απέρριψεν ευθύς εξ αρχής, αλλά δυστυχώς παραμένει και ένα από τα κυριώτατα αίτια της επανενώσεως αυτών (3) . . Η τύποις αυτη αντικανονική και παράνομος και ουσία πεπλανημένη προσθήκη εις το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως του Filioque , δηλαδή η λατινική νεοδιδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού», ήτις εχαρακτηρίσθη υπό μεν του Μεγάλου Φωτίου ως «αιρετική δόξα» και «άθεος γνώμη» και «βλασφημία κατά του Πνεύματος μάλλον δε καθ' όλης της Αγίας Τριάδος» και «κακών κορωνίς» (4) , υπό δε του Πέτρου Αντιοχείας, γράφοντος προς Μιχαήλ Κηρουλάριον, ως «κακόν και κακών κάκιστον» (5) , προσέκρουσεν περισσότερον εις την συνείδησιν των Ορθοδόξων. Διότι πρόκειται περί κιβδηλεύσεως και παραχαράξεως του ιερού Συμβόλου της Εκκλησίας και μεταβολής του θεμελιωδεστάτου χριστιανικού δόγματος περί Αγίας Τριάδος, το οποίον είχον δογματίσει αι δύο πρώται Οικουμενικαί Σύνοδοι και διερευνήσει και κατοχυρώσει θεολογικώς οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, ανεγνώρισαν δε και επεκύρωσαν αι έπόμεναι πέντε Οικουμενικαί Σύνοδοι (6). Η πλάνη αυτή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού», η οποία έχει την αρχήν της εις την θεολογίαν τοϋ Αυγουστίνου (7) , πρωτίστως εισήχθη εις το Σύμβολον της Πίστεως εις την Ισπανίαν προς απόκρουσιν των Αρειανών, κυρωθείσα και υπό της εν Τολέδω τοπικής Συνόδου του 589 (8). Ο Αυγουστίνος διδάσκει ρητώς ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι ομού η αιτία της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει να τονισθή ότι δεν είναι αίρεσις ο όρος καθ' αυτός ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού, όταν ο όρος σημαίνη ενέργειαν και πέμψιν, εις ην μετέχει ως Κύριος και Θεός το Πνεύμα, αλλά είναι αίρεσις όταν σημαίνη τρόπον υπάρξεως του Πνεύματος. Εις το Σύμβολον ο όρος εκπόρευσις σημαίνει τρόπον υπάρξεως, δια τούτο η προσθήκη του Filioque είναι αίρεσις. Και δια τούτο οι Ορθόδοξοι Λατίνοι ουδέποτε προσέθεσαν εκουσίως το Filioque εις το Σύμβολον της Πίστεως.
Μόνον υπό το πρίσμα τούτο γίνεται αντιληπτή 1) η υπό του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού γενομένη ερμηνεία του Filioque των Ορθοδόξων Λατίνων της εποχής του, ως και 2) η έναντι των Φράγκων στάσις του Λέοντος Γ' (9). .
Ο δε ’γιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, ορθοδόξως νοουμένην, γράφει ότι το Πνεύμα «και δι' Αυτού (του Υιού) και εξ Αυτού φυσικώς και δίδοται και πέμπεται και προχείται, και προέρχεται, δι' αυτού δεδόμενόν τε και φανερούμενον, ει δε βούλει και εκπορευόμενον προς ους άξιον. Και εκπόρευσιν γαρ είπουπερ αν εν τοις τοιούτοις ακροάση, την φανέρωσιν νόει ου γαρ αεί το εκπορεύεσθαι παρά Θεού υπάρξεως εστι σημαντικόν αυθυποστάτου - ουκ επ' άρτω γαρ φησί, μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού'» (10 .
Ως ελέχθη προηγουμένως η αρχή της προσθήκης του Filioque έγινεν εις την Ισπανίαν και από εκεί εισήλθεν εις την Γαλλίαν. Η πρώτη σύγκρουσις μεταξύ των Λατίνων, οι οποίοι εισήγαγον το Filioque και των Ελλήνων, οι οποίοιι το απέκρουον, έγινεν εις την Σύνοδον του 767 ( Centilly ), εις την οποίαν όμως ενεκρίθη η προσθήκη του Filioque (11) .
Όταν έγινεν ο Μέγας Κάρολος αυτοκράτωρ των Φράγκων το επόμενον έτος, εχρησιμοποίησεν παν μέσον δια να επιβάλη το Filioque εις την Εκκλησίαν, παρασύρων και αυτόν τον πάπαν Αδριανόν Α', ο οποίος όμως απήντησεν εις αυτόν άρνητικώς το 794. Η λατινική τοπική Σύνοδος της Φραγκφούρτης κατά το ίδιον έτος, εις την οποίαν ευρίσκετο και ο Κάρολος εδέχθη το Filioque , καθώς και η Σύνοδος του 797 ( Cividade ), εις την οποίαν επρωτοστάτει ο Παυλίνος Ακυληΐας (12) . . Αλλά ο Κάρολος εξηκολούθει να ασκή πίεσιν επί του πάντοτε αρνουμένου Πάπα, δια να αποδεχθή το Filioque , το οποίον ο αυτοκράτωρ εχρησιμοποίει, δια να επιτύχη την ιδικήν του επεκτατικήν πολιτικήν και τους ίδιους πολιτικούς σκοπούς κατά του ανατολικού κράτους. Η αφορμή εδόθη από τα Ιεροσολυμα, καίτοι δε ασήμαντος, την εξεμεταλλεύθη ο αυτοκράτωρ προς επίτευξιν του σκοπού του. Κατά το έτος 808 εισήχθη το φραγκικόν έθιμον εις το μοναστήριον των Φράγκων, το οποίον ήτο εις το όρος των Ελαιών, να ψάλλουν το Σύμβολον της Πίστεως μετά της προσθήκης του Filioque . Οι Έλληνες ορθόδοξοι μοναχοί, πρωτοστατούντος του Αγιοσαββίτου Ιωάννου, εχαρακτήρισαν ως αιρετικούς τους Φράγκους μοναχούς, οι οποίοι απήγγειλαν το ιερόν Σύμβολον μετά της προσθήκης του Filioque (13) . Τότε οι Φράγκοι απετάθησαν προς τον Πάπαν Λέοντα Γ' και τον Κάρολον τον Μέγαν, δια να διευθετηθή το θέμα. Το 809 ο Κάρολος συνεκρότησε μεγάλην Σύνοδον εις το Aachen (Ακυισγράνον), ήτις εθέσπισεν ως δόγμα την περί το 780 γενομένην προσθήκην του Filioque . Επίσης ο αυτοκράτωρ έστειλε πρεσβείαν προς τον Λέοντα Γ' προσπαθών να πείση τούτον να δεχθή ή να ταχθή υπέρ της εισαγωγής της προσθήκης εις το Σύμβολον. Αλλ' ο Πάπας ούτος, ακολουθών τους προ αυτού Ορθοδοξους Πάπας, απέκρουε μετά δυνάμεως τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος, τονίζων τας απαγορευτικάς των Συνόδων διατάξεις περί προσθαφαιρέσεως τίνος εις το ιερόν Σύμβολον και ίσχυριζόμενος ότι η Εκκλησία της Ρώμης διαφυλάττει το Σύμβολον ως το παρέλαβεν, ήτοι άνευ της αντικανονικής προσθήκης. Επί πλέον δε διέταξε να αναγραφή ελληνιστί και λατινιστί επί δύο αργυρών πλακών το γνήσιον Σύμβολον Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως αι οποίαι ανηρτήθησαν εις τον ναόν του Αγίου Πέτρου εις την Ρώμην, άνευ της προσθήκης, επιδιώκων κατ' αυτόν τον τρόπον να εξασφαλίση το αμετάβλητον και απαραχάρακτον αυτού. T ο λαμπρόν παράδειγμα του Λέοντος Γ' ηκολούθησαν και όλοι οι διάδοχοι αυτού μέχρι του Βενεδίκτου VIII, ο οποίος εδέχθη το Filioque και εις αυτήν την Ρώμην μόλις το 1014, ίσως κατόπιν πιέσεως του αυτοκράτορος της Γερμανίας Ερρίκου II (14). Έκτοτε ολόκληρος η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ως και αι εξ αυτή αποσπασθείσαι κατά τον ΙΣΤ' αιώνα Προτεσταντικαί Εκκλησίαι και ομολογίαι διατηρούν την προσθήκην ταύτην εις το Σύμβολον.
Αντιθέτως η Ορθοδοξος Καθολική Εκκλησία, ως και αι εξ αυτής αποσχισθείσαι Εκκλησίαι της Ανατολής, απέκρουσαν την προσθήκην του Filioque εις το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως ως πεπλανημένην και αντικανονικήν. Έκριναν αυτήν απαράδεκτον αφ' ενός μεν αγιογραφικώς, διότι δεν διδάσκεται υπό τη αγίας Γραφής, αφ' ετέρου δε ιστορικοδογματικώς, διότι δεν διδάσκεται από την αρχαίαν δογματικήν Παράδοσιν και ειδικώς από την Β' Οικουμενικήν Σύνοδον του 381, η οποία διετύπωσε το 8ον άρθρον του Συμβόλου της Πίστεως, περί του Αγίου Πνεύματος, ούτε από τας άλλας Μεγάλας Οικουμενικάς Συνόδους και τους Μεγάλους Πατέρας της Ανατολής, τρίτον δε θεολογικώς, διότι εισάγει την δυαρχίαν εις την μοναρχικήν Τριάδα και διαιρεί εις διθεΐαν την μοναρχίαν και τέταρτον εκκλησιαστικώς, διότι αντικανονικώς απετολμήθη η προσθήκη αύτη εις Σύμβολον Οικουμενικόν, το οποίον απλανώς εν Αγίω Πνεύματι διετύπωσαν αι δύο πρώται Οίκουμενικαί Σύνοδοι, εβεβαίωσαν δε και επεκύρωσαν αι επόμεναι πέντε Οικουμενικαί και λοιπαί εκκλησιαστικαί Σύνοδοι, αι οποίαι απηγόρευσαν πάσαν απολύτως εις αυτό προσθήκην ή αφαίρεσιν. Ούτως η Γ' Οικουμενική Σύνοδος «ώρισε μηδενί εξείναι πίστιν προφέρειν, ήγουν συγγράφειν, η συντιθέναι παρά την ορισθείσαν παρά των αγίων Πατέρων, των εν τη Νικαέων συναχθέντων πόλει συν Αγίω Πνεύματι» (15) , ο δε πρόεδρος αυτής Κύριλλος Αλεξανδρείας προσέθηκεν, ότι ουδενί επιτρέπεται «λέξιν αμείψαι των εγκειμένων εκείσε η μίαν γουν παραβήναι συλλαβήν» (16) ή κατά τον Μέγαν Βασίλειον, «μηδεμίαν των εκεί λέξεων αθετείν» (17) .
Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία μέχρι του Θ΄ αιώνος δεν αντέδρασεν επισήμως, διότι εξελάμβανε το Filioque ουχί ως δόγμα, αλλά ως θεολογούμενον, αφού και η Εκκλησία της Ρώμης το απέκρουεν αυτό εξ ίσου. Το πρόβλημα προέκυψε περί το 866, όταν οι απεσταλμένοι του πάπα Νικολάου Α' επεχείρησαν να εισαγάγουν αυτό εις την ορθόδοξον Βουλγαρίαν. Τότε προεκλήθη γενική εξέγερσις εις την Κων/πολιν, όπου παρουσιάσθη πλέον το Filioque ως δόγμα. Δια τούτο ο Μέγας Φώτιος πρώτος επολέμησε την διδασκαλίαν ταύτην ως αιρετικήν ακριβώς κατά την εποχήν ταύτην (18) . Ο δεινός ούτος πρόμαχος της Ορθοδοξίας, ο απαράμιλλος και ακαταγώνιστος φρουρός και αγωνιστής αυτής κατά του Παπισμού, κατήγγειλεν εγκυκλίως προς τους Ορθοδόξους Πατριάρχας και ολόκληρον τον ανατολικόν κόσμον, την εισαγωγήν εις το Σύμβολον της Πίστεως του Filioque , ως εισάγον την δυαρχίαν εις την μοναρχικήν Τριάδα και εις διθεΐαν την μοναρχίαν λύον, τονίσας ότι η τοιαύτη «κατά του Αγίου Πνεύματος, μάλλον δε καθ' όλης της Αγίας Τριάδος βλασφημία, καν μηδέν έτερον είη των προειρημένων τετολμημένον, εξαρκεί και μόνον μυρίοις αυτούς υπαγαγείν αναθέμασιν, ως αυτόχρημα άθεος γνώμη» (19) . Ήτο εύλογος η εκκλησιαστική αντίδρασις του μεγάλου τούτου ιεράρχου κατά της επιδιωκομένης απολυταρχικής απεκτάσεως της κυριαρχίας του πάπα Νικολάου επί της Ορθοδόξου Ανατολής, της παραχαράξεως της Ορθοδόξου πίστεως και της αθετήσεως των αρχαίων παραδόσεων και του εκλατινισμού της Βουλγαρίας και των άλλων ορθοδόξων χωρών. Υπό την πίεσιν της κοινής γνώμης και του εξεγερθέντος δια την απώλειαν της Βουλγαρίας αυτοκράτορος, ο σοφώτατος ούτος ιεράρχης, πληγείς «δια μέσων των σπλάγχνων καιρίαν πληγήν, ως ει τις τα έκγονα της κοιλίας αυτού κατ' οφθαλμούς ίδοι υπό ερπετών και θηρίων σπαρασσόμενα και διασπώμενα», δι' α «κόποι και πόνοι και ιδρώτες εις την εκείνων αναγέννησίν τε κατεβλήθησαν» (20) , απεφάσισε να αντιδράση εκκλησιαστικώς, όπως τούτο επεβάλλετο και από την εκκλησιαστικήν πολιτικήν της εποχής του. Προς τον σκοπόν τούτον έστειλε το έτος 866 κατόπιν αποφάσεως της ενδημούσης Συνόδου της Κων/λεως την Εγκύκλιον αυτού Επιστολήν «προς τους της Ανατολής αρχιερατικούς θρόνους», ήτοι εις τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιόχειας και Ιεροσολυμων, εις την οποίαν με ακαταμάχητον δύναμιν και ορθοδοξον ζήλον κατήγγειλε τας ετεροδιδασκαλίας και αντικανονικάς πράξεις της Ρώμης και του Πάπα αυτής Νικολάου Α' (21) .
Η Εγκύκλιος αύτη Επιστολή του Μεγάλου Φωτίου προς τους της Ανατολής αρχιερατικούς θρόνους, εις την οποίαν καταγγέλλονται επισήμως υπ' αυτού αι λατινικαί καινοτομίαι, αποτελεί σπουδαιότατον ορθόδοξον συμβολικόν κείμενον, διότι αναφέρεται και εις το Σχίσμα της Δυτικής Εκκλησίας, από της Μίας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. το μεγαλύτερον μέρος της Εγκυκλίου Επιστολής του Μεγάλου Φωτίου αναφέρεται εις την προσθήκην του Filioque , όπως φαίνεται και από το δεύτερον μέρος του τίτλου αυτής, «...εν η περί κεφαλαίων τινών διάλυσιν πραγματεύεται, και ως ου χρη λέγειν εκ του Πατρός και του Υιού το Πνεύμα προέρχεσθαι, αλλ' εκ του Πατρός μόνου» (22) .
Λόγω της στενότητος του χρόνου, θα αναφερθώμεν μόνον εις το ειδικόν τούτο θέμα «περί του Αγίου Πνεύματος», και όχι εις όλην την Επιστολήν, δια να ίδωμεν τας απόψεις του Μεγάλου Φωτίου, αι οποίαι, ως ετονίσαμεν και ανωτέρω δεν είναι άλλαι από αυτάς της αγιοπατερικής Παραδόσεως της Εκκλησίας και των Οικουμενικών Συνόδων.
Όσον αφορά εις το θέμα της παραχαράξεως του ιερού Συμβόλου της Πίστεως, «νόθοις λογισμοίς και παρεγγράπτοις λόγοις και θράσους υπερβολή, κιβδηλεύειν επεχείρησαν» (23), της προσθήκης δηλαδή του Filioque «και εκ του Υιού», «το Πνεύμα το ’γιον ουκ εκ του Πατρός μόνον, αλλά γε και εκ του Υιού εκπορεύεσθαι καινολογήσαντες» (24), ο Μέγας Φώτιος αντιπαραθέτει αρκετά επιχειρήματα προς ανατροπήν αυτής, ως ήδη ετονίσθη.
1)Η εκπόρευσις «και εκ του Υιού» καταλύει την μοναρχίαν της Αγίας Τριάδος, διότι εισάγονται δύο αίτια, του Πατρός και του Υιού, του Πατρός αφ' ενός δια τον Υιόν και το ’γιον Πνεύμα και του Πατρός μαζί με τον Υιόν αφ' ετέρου δια το ’γιον Πνεύμα, οπότε καταλήγομεν εις διθεΐαν και η χριστιανική θεολογία δεν είναι ουδόλως ανωτέρα της ελληνικής μυθολογίας. Συν τοις άλλοις δε εξυβρίζεται και βλασφημείται το αξίωμα της υπερουσίου και μοναρχικής Τριάδος και διασπάται η ενότης αύτής.
•  Διατί, διερωτάται ο ’γιος Πατήρ, να εκπορευθή το ’γιον Πνεύμα και εκ του Υιού, αφού η εκπόρευσις Αυτού εκ μόνου του Πατρός είναι τελεία «ότι Θεός τέλειος εκ Θεού τελείου»· άλλως τούτο θα ήτο και περιττόν και μάταιον. Συνεχίζων ο Μέγας Φώτιος, λέγει -
3) Εάν το ’γιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, όπως εκ του Πατρός «τι μη και ο Υιός εκ του Πνεύματος γεννάται, ώσπερ εκ του Πατρός; ίνα είη πάντα τοις ασεβούσιν ασεβή...» (25).
Εν συνεχεία ο ’γιος Πατήρ τονίζει ότι πρέπει να προσέξωμεν το εξής: 4) όταν έκπορεύεται το ’γιον Πνεύμα εκ του Πατρός, τότε «επιγινώσκεται», γίνεται εμφανής η υποστατική ιδιότης Αυτού, δηλαδή «το εκπορευτόν», όπως και όταν γεννάται ο Υιός εκ του Πατρός, ή του Υιού, δηλαδή «το γεννητόν». Εάν όμως γίνη αποδεκτόν, ως καταφλυαρούσιν εκείνοι, ότι εκπορεύεται το ’γιον Πνεύμα και «εκ του Υιού», τότε «διαστέλλεται» το ’γιον Πνεΰμα εις πλείονας ιδιότητας εκ του Πατρός από ότι ο Υιός, διότι, κατά τον ίδιο πάντα συλλογισμόν αυτών, τούτο θα είχεν ως συνέπειαν την σύγχυσιν των κοινών και ακοινωνήτων ιδιωμάτων της Αγίας Τριάδος και την διάλυσιν της ενότητος αύτής, καθώς και την μείωσιν του Αγίου Πνεύματος, ως εξής:
«Κοινόν μεν γαρ Πατρί και Υιώ η εξ αύτών του Πνεύματος πρόοδος,
ιδία δε του Πνεύματος ήτε εκ του Πατρός εκπόρευσις και μην και η εκ του Υιού.
Ει δε πλείοσιν διαφοραίς διαστέλλεται το Πνεύμα, ήπερ ο Υιός,
εγγυτέρω αν ειη της πατρικής ουσίας ο Υιός ήπερ το Πνεύμα.
Και ούτως η Μακεδονίου πάλιν κατά του Πνεύματος παρακύψαι τόλμα» (26) .
Εν άλλο βασικόν επιχείρημα, το οποίον χρησιμοποιεί ο Μέγας Φώτιος εναντίον της πλανεμένης διδασκαλίας των Φραγκολατίνων, περί της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος είναι το ακόλουθον 5) εάν όλα τα κοινά ιδιώματα είναι του Πατρός και του Υιού, αυτά πάντως είναι κοινά και του Πνεύματος, δηλαδή «ως το Θεός, το Βασιλεύς, το Δημιουργός, το Παντοκράτωρ, το Υπερούσιον, το Απλούν, το Ασχημάτιστον, το Ασώματον, το Αόρατον, απλώς τα άλλα πάντα» (27) .
Εις τον Θεόν, παν ό,τι είναι ούσία είναι κοινόν εις τα τρία πρόσωπα - υποστάσεις, και δεν ημπορεί να υπάρχη τίποτα κοινόν εις τα τρία πρόσωπα - υποστάσεις, το οποίον δεν είναι της ουσίας. Εξ άλλου παν ο,τι είναι υποστατικόν δεν ανήκει παρά εις μίαν μόνον υπόστασιν και αντιστρόφως· παν ό,τι ανήκει εις μίαν ύπόστασιν ιδιαιτέρως, είναι αποκλειστικώς, υποστατικόν. Επομενως τίποτε δεν ανήκει εις δύο πρόσωπα από κοινού, αποκλεισμένου του τρίτου (28) . Τούτο φαίνεται σαφώς και από το επόμενον κείμενον «και μην εκ του πατρός φαμεν είναι τον υιόν, ως εκ της θείας ούσίας γεννηθέντα, δηλονότι κατά την πατρικήν υπόστασιν η γαρ ούσία μία των τριών εστιν ώστε το γεννάν τη πατρική υποστάσει εφαρμόζεται και ουκ εστιν είναι τον υιόν εκ του Πνεύματος. Επεί ουν και το Πνεύμα το άγιον εκ του πατρός, εκ της θείας ούσίας και αυτό κατά την πατρικήν υπόστασιν εκπορευόμενόν εστιν η γαρ ουσία πάντη τε και πάντως μία των τριών. Ουκούν το εκπορεύειν τη πατρική υποστάσει εφαρμόζεται και ουκ εστιν είναι το πνεύμα και εκ του υιού, ου γαρ εστι τα της πατρικής υποστάσεως έχειν τον υιόν» (29).
Επομένως εάν, ως ισχυρίζονται εκείνοι, η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος είνα κοινόν ιδίωμα του Πατρός και του Υιού, τότε θα είναι κοινόν και του ιδίου του Αγίου Πνεύματος, οπότε τούτο θα εκπορεύεται και εκ του εαυτού του, ώστε το ’γιον Πνεύμα θα είναι το ίδιον αρχή του εαυτού του «και αίτιον άμα και αιτιατόν», πράγμα, το οποίον ούτε οι μύθοι των Ελλήνων δεν είχαν δημιουργήσει.
•  Εάν είναι του Αγίου Πνεύματος το ότι αναφέρεται εις «διαφόρους αρχάς», τότε εις αυτό ανήκει και το ότι έχει «πολύαρχον αρχήν», δηλαδή πολλάς αρχάς, ως λέγουν οι ίδιοι.
7) Ως είναι γνωστόν το κοινόν ιδίωμα του Πατρός και του Υιού είναι η θεία ουσία, δηλαδή ο Πατήρ «συνάπτεται εις κοινωνίαν» μετά του Υιού κατά την ουσίαν και «ου κατά τι των ιδιωμάτων», το οποίον είναι κοινόν ιδίωμα και του Πνεύματος. Εφ' όσον όμως ούτοι εδημιούργησαν καινοφανή δια το ’γιον Πνεύμα διδασκαλίαν, «περιορίζουσιν της κατ' ουσίαν συγγεvείαc το Πνεύμα».
Εν συνεχεία ο ’γιος Πατήρ, αναιρών την πλάνην αυτών λέγει ότι είναι καλύτερον να κλείνη κανείς τα ώτα του δια v α μην ακούη την βλάσφημον και θεομάχον φωνήν των, διότι ενί ο Κύριος, λέγει, «Το Πνεύμα, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται: ούτοι, οι πατέρες της νέας ταύτης δυσεβείας λέγουν ότι «το Πνεύμα, ο παρά του Υιού εκπορεύεται». Η βλασφημία δε αυτώ κατά του Αγίου Πνεύματος τονίζει ο Μέγας Φώτιος είναι άντ' θετός προς την διδασκαλίαν των Αγίων Ευαγγελίων και των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας, ως και εναντίον των αγίων και Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς και κατά των άγια προφητών, αποστόλων και μαρτύρων, και αυτών των δεσποτικών φωνών, η βλάσφημος αυτή και θεομάχος φωνή εξοπλίζεται (30).
Συνεχίζων την αντιρρητικήν επιχειρηματολογίαν ο Μέγας Φώτιος ερωτά: «Το ’γιον Πνεύμα εκ του Υιού εκπορεύεται;» Αν ναι με ποιαν εκπόρευσιν, την ιδίαν την εκ του Πατρός, «ή αντίθετον της πατρώας;». Εάν είναι η αυτή εκπόρευσις μεν του Πατρός «πως ου κοινούνται αι ιδιότητες», δηλαδή πως δεν είναι και τα ύποστατικά ιδιώματα κοινά! Οπότε καταλύεται Τριάς, διότι με αυτάς τας ιδιότητας «αις και μόναις η Τριάς είναι και προσκυνείσθαι χαρακτηρίζεται;», με τας οποίας και μόνον είναι η Αγία Τριά Τριάς και ως τοιαύτη προσκυνήται; Εάν δε η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος είναι αντίθετος «της πατρώας» τότε όσοι εισάγουν ταύτην την θεομάχον δισκαλίαν είναι ως ο Μάνης και ο Μαρκίων, δηλαδή ως οι αιρετικοί.
•  Έάν η πρόοδος - εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός «συντελεί εις ύπαρξιν», δηλώνει τον τρόπον υπάρξεως Αυτού «τι συνοίσει τω Πνεύματι η εκ του Υιού εκπόρευσις, της πατρικής αρκούσης εις ύπαρξιν» διερωτάται ο ’γιος Φώτιος, εφ' όσον αυτού του είδους η εκπόρευσις δεν συνδέεται με την ουσίαν, θα ήτο παράλογον να τολμήση κανείς τούτο, «πάσης διπλόης και συνθέσεως της μακαρίας και θείας εκείνης φύσεως ως απωτάτω κειμένης» (31).
Εάν οι Δυτικοί αποδεχθούν ότι η προβολή - εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος «ενός... εστί μόνου των τριών» τότε θα πρέπη να ειπούν ότι η εκπορεύεται το ’γιον Πνεύμα εκ του Πατρός «εκ του Πατρός φήσουσιν εκπορεύεσθαι το Πνεύμα» και να απαρνηθούν - «την φίλην αυτοίς και καινήν μυσταγωγίαν» - την αγαπητήν εις αυτούς και καινοφανή διδασκαλίαν ή κατά τον ίδιον τρόπον να ανασκευάσουν τα υποστατικά ιδιώματα, διότι εάν εμμείνουν εις την ιδικήν των θεωρίαν, η οποία είναι βλάσφημος και θεομάχος, δεν θα είναι μόνον «πρωτοστάται των δυσσεβούντων, αλλά και των μαινομένων». Διότι ό,τι αναφέρεται εις την παναγίαν και ομοούσιον Τριάδα ή είναι κοινόν όλων ή ίδιον — υποστατικόν ενός και μόνου των τριών η δε του Πνεύματος προβολή - εκπόρευσις ούτε καινόν είναι, αλλά ούτε, ως ισχυρίζονται ούτοι «ενός και μόνου τινός» — άπαγε της βλασφημίας και αύτη ας τραπή επί τας κεφαλάς εκείνων, λέγει ο Μέγας Πατήρ, ’γιος Φώτιος. Επομένως «ουκ όλως εστιν εν τη ζωαρχική και παντελείω Τριάδι η του Πνεύματος προβολή (32). .
Κατά τον ίδιον τρόπον, συνεχίζει ο Μέγας Φώτιος την διδασκαλίαν του ότι το ’γιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός, χρησιμοποιών πλείστα παραδείγματα και λόγια από την Καινήν Διαθήκην και από όλην την αγιοπατερικήν παράδοσιν, κυρίως εις το περισπούδαστον έργον του, περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να τα αναφέρωμεν όλα. Εξ αυτών χρησιμοποιούμεν ενδεικτικώς μερικά, τα άλλα εις την εκτύπωσιν. Επίσης ο Μέγας Φώτιος χρησιμοποιεί και τα ίδια λόγια του Κυρίου, τα οποία ερμηνεύει κατά άριστον θεολογικόν τρόπον, όπως· «είπεν ο Σωτήρ τους μαθητάς μυσταγωγών. ‘Το Πνεΰμα εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν» (33). . Δεν είπεν ‘εξ εμού' αλλά ‘εκ του εμού' τα οποία διαφέρουν μεταξύ των και δηλώνεται κάποιο άλλο πρόσωπον εκτός από εκείνο, το οποίον ομιλεί και δεν είναι κανένα άλλο ει μη από το Πρόσωπον του Πατρός.
Όταν δε λέγη ο Κύριος ‘Πορεύομαι προς τον Πατέρα·... έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι - όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν' σημαίνει το αναφυόμενον θαυμαστόν μέγεθος και αξίωμα του Πνεύματος, το οποίον θα φωτίση τον νουν των μαθητών ώστε να φθάσουν εις πάσαν την αλήθειαν, εις το άφατον ύψος της θεώσεως.
Όταν δε είπεν ο Δαβίδ: «Και τω Πνεύματι του στόματος αυτού», εδίδαξε και, ότι εκ μόνου του Πατρός εκπορεύεται τω Πατρί προσνείμας το εκ του στόματος αυτού, ου τω Υιώ, δια να μη φθάση κανείς να είπη ότι εκπορεύεται και εκ του Υιού. Όταν δε αναφέρεται το ψαλμικόν «εξεπορεύετο έξω και ελάλει επί το αυτό» τούτο σημαίνει απλώς την εξέλευσιν, δηλαδή την πέμψιν. Αλλά η εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός δεν σημαίνει απλώς την έξέλευσιν, «άλλά την ούσιώδη και φυσικήν και τοΰ πως είναι σημαντικήν και την (της) υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος έμφαντικήν εν άλλαις λέξεσιν σημαίνει τον τρόπον της υπάρξεως ότι «ου γεννητώς εστιν ως ο Υιός, άλλ' εκπορευτώς και ιδίως» (34). Διότι ίδιον του Υιού είναι ότι γεννάται φυσικώς εκ του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος το ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός φυσικώς. Κατά τούτο δε διαφέρουν μεταξύ των, δηλαδή κατά τον τρόπον ιδιότητα της υπάρξεως, ενώ κατά την ουσίαν, φύσιν, αξίαν, δύναμιν και απλώς ειπείν πάντα τα άλλα είναι εν και προς τον Πατέρα και προς αλλήλους. Εις το σημείον τούτο θα τονίσωμεν το ξής, το οποίον ετονίσαμεν και εις την αρχήν της ομιλίας μας, ότι, όταν ο όρος εκπόρευσις σημαίνει ενέργειαν και πέμψιν δεν είναι αίρεσις, αιρεσις είναι όταν σημαίνει τρόπον υπάρξεως. Εάν λοιπόν, λέγει ο Μέγας Φώτιος, ειπήτε ότι το ’γιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, τότε αμέσως έχομεν δύο αίτια και δύο αρχάς, τον Πατέρα και τον Υιόν, οπότε έχομεν δυαρχίαν μάλλον παρά μοναρχίαν. Εάν όμως γίνεται άλλως, τούτο συμβαίνει «δια την εις αλλήλα τούτων αντιπεριχώρησιν», δηλαδή είναι εξαποστελλόμενον και ως είπαμεν ανωτέρω σημαίνει πέμψιν διότι εξαποστέλλει, όπως ο Πατήρ τον Υιόν, ούτω και ο Υιός το Πνεύμα το ’γιον.
«Όταν δε, φησιν, έλθη ο Παράκλητος, ον εγώ πέμψω ημίν παρά του Πατρός, το Πνεύμα της άληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται, εκείνο μαρτυρήσει περί εμού· ». Όταν είπεν ο Υιός και Θεός περί του Αγίου Πνεύματος, ότι «παρά του Πατρός εκπορεύεται» και μάλιστα το λέγει δύο φοράς συνεχώς εις την ιδίαν πρότασιν, διατί δεν είπεν «και παρ' εμού;» ερωτά ο Μέγας Φώτιος (35). Ούτοι δε απήντησαν, ότι ωμίλει ως άνθρωπος, οπότε τους ελέγχει, λέγων ότι ψεύδονται, διότι όταν ο Κύριος είπεν «ον εγώ πέμψω» δε ωμίλησεν ως άνθρωπος, αλλά ως Θεός, διότι το ’γιον Πνεύμα είναι Θεός και επομένως άνθρωπος δεν «πέμπει Θεόν». Μάλιστα ανέφερεν δύο φοράς «το παρά του Πατρός» δια να βεβαιώση τον λόγον τούτον και να αποστομώση εκείνους, τους οποίους επρόκειτο να ειπούν ότι «εκπορεύεται και εκ του Υιού».
Αναφερόμενος ο Μ. Φώτιος εις τον ’γιον Αμβρόσιον ή και Αυγουστίνον ότι διδάσκουν αντίθετα από τους άλλους Πατέρας και από την Ορθόδοξον αγιοπατερικήν διδασκαλίαν τονίζει ότι «η άγνοια τινί περιέπεσον ή παροράματι υπηνέχθησαν» (36).
Εκείνος δε όστις διδάσκει ετέραν διδασκαλίαν από εκείνην, η οποία παρεδόθη υπό του Χριστού να είναι ανάθεμα, όπως, λέγει ο απόστολος Παύλος· «Και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ο ευαγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (37).
Εν συνεχεία ο Μ. Φώτιος λέγει: «Είπεν Αυγουστίνος και Ιερώνυμος το Πνεύμα εκ του Υιού εκπορεύεσθαι» (38), αλλά αυτό δεν ημπορούμε να το κάμωμεν δόγμα, διότι ίσως να είπον τούτο δια κάποια συγκεκριμμένην περίστασιν ή, διότι ήθελαν να αντικρούσουν την «λύσσαν», μανίαν των ελληνιστών (ειδωλολάτρων), ή, διότι αντεμάχοντο κάποιαν άλλην αιρετικήν διδασκαλίαν ή, διότι ήθελον να δείξουν συγκατάβασιν εις την ασθένειαν των ακροατών, ή δια κάτι άλλο από εκείνα, τα οποία παρουσιάζει ο ανθρώπινος βίος.
Με πολλήν σοφίαν δε ο ’γιος Φώτιος ανασκευάζει την πεπλανημένην και αιρετικήν ταύτην διδασκαλίαν χρησιμοποιών το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου, ο όποιος, όταν συνήντησεν εις τας ’θηνας τον βωμόν με την επιγραφήν «αγνώστω Θεώ», εχρησιμοποίησεν τούτον δια να κηρύξη το ευαγγέλιον και τον αληθινόν Θεόν εις τους Αθηναίους. Διότι ο βωμός ούτος ήτο αφιερωμένος εις τον πρώην τιμώμενον Πάνα. Αλλά, επειδή, οι Αθηναίοι δεν ήθελον να αναφέρουν το όνομά του έγραφαν «Αγνώστω Θεώ». Ο δε απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τούτον, δια να κηρύξη την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί υπάρξεως Ενός και μόνον αληθινού Θεού και «από της πλάνης γεωργεί την ευσέβειαν». Από τα ίδια οχυρώματα του διαβόλου κατακρημνίζει την τυραννίαν αυτού. Από την καταστροφήν και απώλειαν προβάλλει βλαστούς σωτηρίας και από την παγίδα του διαβόλου ενισχύει αυτούς εις τον δρόμον του Ευαγγελίου. Χρησιμοποιών ο μετάρσιος εκείνος νους, ο θείος Παΰλος τα ίδια όπλα του εχθρού καταστρέφει τον εχθρόν. Τούτο όμως δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να τιμήση τις τα όπλα του εχθρού.
Είναι δυνατόν να αναφερθούν πλείστα όσα παραδείγματα του θείου Παύλου, ο οποίος «εγίνετο τα πάντα τοις πάσι» (39), δια να τους οδηγήση εις την σωτηρίαν, όπως, λέγει - «εγενόμην τοις Ιουδαίοις ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίους κερδήσω - τοις υπό νόμον ως υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον κερδήσω· τοις ανόμοις ως άνομος, μη ων άνομος Θεώ, αλλ' έννομος Χριστώ, ίνα κερδήσω ανόμους» (40) αλλά τούτο δεν προϋποθέτει ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστούν ως διδασκαλία του θείου Παύλου, διότι ούτος χρησιμοποιεί διαφόρους μεθόδους, δια να οδηγήση τους ανθρώπους εις τον δρόμον του Θεού, εις την σωτηρίαν.
Όσον αφορά εις τον ’γιον Αμβρόσιον θα λέγαμε ότι, επειδή έζησε πολύ πριν από την Α' Οικουμενικήν Σύνοδον, εγνώριζε την ορολογίαν της εποχής του, δηλαδή το «ουχί γεννητώς» δια το ’γιον Πνεύμα. Η Β' Οικουμενική Σύνοδος εθέσπισεν τον όρον «εκπορευτόν», το οποίον είναι το ίδιον με το «ουχί γεννητώς». Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί πάντοτε το «ουχί, γεννητώς». Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητης και ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος λέγουν σαφώς ότι, όταν ο όρος σημαίνη ύπαρξιν, εκπορεύεται εκ του Πατρός και όταν σημαίνη πέμψιν, εκ του Πατρός δι' Υιού. Το ίδιο τονίζει και ο ’γιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως αναφέραμε προηγουμένως.
Όσον αφορά εις την θεολογίαν του Ιερού Αυγουστίνου είναι όχι αγιογραφική, αλλά νεοπλατωνική.
Ο Μ. Φώτιος, δια να αναιρέση αυτό που αναφέρεται από τον Αμβρόσιον, Αυγουστΐνον και Ιερώνυμον, αναφέρει πολλούς άλλους Πατέρας της Εκκλησίας και από την Ανατολην και από την Δύσιν, όπως τον Κελεστίνον, Δάμασον, Λέοντα Ρώμης, καθώς και πολλούς άλλους, λέγων ότι πρέπει, όσοι είναι τυφλοί και κωφοί και διακατέχονται από το σκότος της δύσεως, να ατενίζουν εις τον γενναίον Λέοντα, ο οποίος σαλπίζει με την σάλπιγγα του Πνεύματος.
Χαρακτηριστικόν είναι το εξής του Μ. Φωτίου - «προφασίζονται δε, ότι Αμβρόσιος ούτως είρηκεν εν τοις περί αυτού λόγοις, έτι δ' Αυγουστίνος και Ιερωνυμος - υπέρ ων απολογητέον, ως η νενοθεύκασιν οι Πνευματομάχοι τας τούτων συγγραφάς, η κατ' οικονομίαν ίσως ειρήκασιν, η και ο Μέγας Βασίλειος εχρήσατο, παρ' εαυτώ φυλάττων απόρρητον μέχρι τινός του παναγίου Πνεύματος την θεολογίαν ή και της ακρίβειας ως άνθρωποι παρεσύρησαν, ο πολλοί πεπόνθασι των μεγάλων εν τισιν, ως ο Αλεξάνδρειάς Διονύσιος, και Μεθόδιος ο Πατάρων, και Πιέριος, και Πάμφιλος, και Θεόγνωστος, και Ειρηναίος ο Λουγδούνων, και Ιππόλυτος ο αυτού μαθητής. Τινά γαρ αυτών ρήσεις ουκ αποδεχόμεθα, καίτοι τάλλα σφόδρα θαυμάζοντες (41). .
Εν κατακλείδι θα ηθέλαμε να επαναλάβωμεν ότι, ως ο Υιός έχει την ύπαρξίν Του φυσικώς εκ του Πατρός γεννητώς, ούτως και το ’γιον Πνεύμα, έχει την ύπαρξιν Του φυσικώς εκ του Πατρός ούχί γεννητώς, δηλαδή εκπορευτώς. Όταν δε το ’γιον Πνεύμα αποστέλλεται ή πέμπεται, τότε πέμπεται εκ του Πατρός δι' Υιού
Παναγιώτατε,
Δι' όλων, όσων εξεθέσαμεν, νομίζομεν ότι έγινεν κατανοητόν ότι, ως «εδογμάτισεν ευθύς των Οικουμενικών και αγίων επτά συνόδων η δευτέρα το Πνεύμα το ’γιον εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι, διεδέξατο η τρίτη, εβεβαίωσεν η τετάρτη, σύμψηφος η πέμπτη κατέστη, συνεκήρυξεν η έκτη, επεσφράγισε λαμπρώς αγωνίσμασιν η εβδόμη· καθ' εκάστην αυτών εστι περιφανώς καθοράν παρρησιαζομένην την ευσέβειαν, και το Πνεύμα του Πατρός, αλλ' ου του Υιού θεολογούμενον εκπορεύεσθαι».
Το ιερόν τούτο Σύμβολον της Πίστεως, οφείλομεν να διαφυλάττωμεν ανόθευτον, ακίβδηλον και απαραχάρακτον, ως μας πα ρεδόθη από τας αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και ως μας εδίδαξαν οι ’γιοι Πατέρες και ο σήμερον τιμώμενος δια του ΙΕ' Θεολογικού Συνεδρίου Μέγας υπέρμαχος και Αγωνιστής της Ορθοδοξίας και σοφώτατος Ιεραρχης, ’γιος Φώτιος.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Migne , PG 102 , 279,280 κ.έ. Φωτίου Πατριάρχου Περί της του Αγίου Πνεύματος μυσταγωγίας .
(2) Migne , PG 102, 721Α κ εξ.
(3) Ι ω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1960, τ. 1, σελ. 92 έ. Του αυτού, Δύο βυζαντινοί ιεράρχαι και το Σχίσμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1950, σελ. 7 έ.
(4 ) Ι. Βαλέττα, Φωτίου του σοφωτάτου και αγιωτάτου Πατριάρχου Κων/λεως επιστολαί , Λονδίνον 1864, σ. 171, 175, 177, 191, 192
(5) Migne , PG . 120 , 804 . Επιστολή προς Μιχαήλ Κηρουλάριον
(6 ) Ι ω. Καρμίρη, Δύο βυζαντινοί ιεράρχαι ..., ό.π . σελ. 11.
(7 ) Ι ω. Καρμίρη , Τα Δογματικά..., ό.π. σελ. 92.
(8) Mansi, IX, 985, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima Collectio. Florentiae et Venetiis 1757/98, Parissiis 1899/1927, τ .
(9) Ι ω. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας , Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1981, τ. Α', σελ. 344,366. Του αυτού , Franks, Romans, Feudalism and Dortrine, Holy Cross Orthodox , Press 1981, σελ . 82 έ .
(10) Ιω . Ρωμανίδου , Δογματική Α '..., δ . π . σελ . 344. Του αυτού, Franks , ..., ο . π. σελ. 80-90.
(11) Mansi XII, 677.
(12) Monumenta Germaniae Historiae , Concil . II 136,163,182,187.
(13 ) Ιω. Καρμίρη , Τό Δογματικά..., ό.π., σελ. 92. Ίω. Ρωμανίδου , Δογματική Α'..., ό.π., σελ. 346. J. Hergenrother , Photius, Patriarch von Konstantinopel, Regensburg 1867, τ . I, σελ . 696 έ .
(14) Ι ω. Κάρμιρη , Τό Δογματικά..., ό.π., σελ. 93. A. Palmieri , Filioque e Λ . Vacant te E. Mangenot, DThC/Dictionnaire de Theologie Catholique, τ . V. 2317.
(15) Κανών 7. Mansi IV, 1361. Γ. Ράλλη καί Μ. Ποτλή, Σύνταγμα ιερών κανόνων , ’θήναι 1852, τ. Β', σ. 200. Δεσποίνης Δ. Κοντοστεργίου, Αι Οικου­μενικοί Σύνοδοι, Θεσσαλονίκη 1991.
(16) Mansi V, 308-9.
(17) PG 32, 529, Μεγάλου Βασιλείου, Επιστολή 114.
(18) Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 326.
(19) Ι ω. Καρμίρη, Δογματικά..., ό.π., σελ. 320.
(20) J . Βαλέττα , Φωτίου..., ό .π., σελ. 175.
(21 ) Ίω. Καρμίρη , Δύο Βυζαντινοί ιεράρχαι..., ό .π., σελ. 44 έ.
(22) Photii Patriarchae Constantinopolitani Epistulae et Amphilochia, ε κδ . B . Laourdas - L . G . Westerind , Leipzig 1983, τόμ. 1, σελ. 40, 2-4.
(23) Ι ω. Καρμίρη , Δογματικά .. ., ο.π., σελ. 323.
(24) Αυτόθι, σελ. 323.
(25) Αυτόθι, σελ. 324.
(26) Μ. Φωτίου, Επιστολαί , βιβλίον I , PG 102, 728Β.
(27) Μ. Φωτίου, ό . π . P . G . 102, 728 C .
(28) Μ. Φωτίου, Μυσταγωγία 15 , PG 102, 293Β και 30, 312Β.
(29) Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα , εκδ. Π. Χρήστου, τ. Α', Θεσ/νίκη 1962, σ. 33-34.
(30) Μ. Φωτίου, ο.π. P . G . 102, 729Α.
(31) Μ. Φωτίου, ο .π. P . G . 102, 729 C .
(32) Μ. Φωτίου, ο.π. P . G . 102, 732ΑΒ: «Όρα δε κάντευθεν κατάφωρον αυτών το δυσσεβές, και ανόητον, δεικνύμενον βούλημα. Επεί γαρ άπαν ο θεω­ρείται και λέγεται εν τη παναγία και ομοφυεί και υπερουσίω Τριάδι, ή κοινόν εστι πάντων, ή ενός καί μόνου των τριών ή δε του Πνεύματος προβολή, ούτε κοινόν εστιν, αλλ' ουδ' ως αυτοί φασιν, ενός και μόνου τινός ίλεως δε ημίν είη, και εις τας εκείνων τρέποιτο το βλάσφημον κεφαλάς) ουκ άρα όλως εστίν εν τη ζωαρχική και παντελείω Τριάδι, η του Πνεύματος προβολή».
(33) Περί της μυσταγωγίας του Πνεύματος, PG . 102, 297 C .
(34) Μ. Φωτίου, Migne 102, 396Α , Μυσταγωγία..., ο.π.
(35) Μ. Φωτίου, Migne 102, 397 D , Μυσταγωγία..., ο.π., τ.
(36) Μ. Φωτίου, Μυσταγωγία..., P . G . 102, 348Α.
(37) Γαλ. 1,8. Μ. Φωτίου, Μυσταγωγία..., P . G . 102, 348 C .
(38) Μ. Φωτίου, Μυσταγωγία..., P . G . 102, 352Β.
(39) Α΄ Κορ. Θ΄23.
(40) Α΄ Κορ. Θ΄20-22.
(41) Μ. Φωτίου, Μυσταγωγία..., P . G . 102, 393 ΑΒ